Βράδυ Σαββάτου, "ταβέρνα με μουσική" στου Ψυρρή, δίσκοι με λουλούδια (τα οποία απ' ότι πληροφορούμαι σύχναζαν προηγουμένως σε νεκρώσιμα στέφανα στα ανά την αττική νεκροταφεία), τσιφτετέλι πάνω στα τραπέζια, και η τραγουδίστρια ξεφωνίζει μέσα στα έκπληκτα αυτιά μου
" Αγάπη που 'γινες Σώμα κι Αίμα
χωρίς Εσένα όλα είναι ξενιτειές
Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθω..."
Και με τύλιξε σαν ομίχλη και σαν φως από παντού αυτό το " ο εμός έρως εσταύρωται ".
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009
Ίσκιοι και χαμόγελα παντού
Η γλυκειά ζεστασιά του γέλιου σου, η φωνή σου μπερδεμένη με τις φωνές των παιδιών, τα μαλλιά σου ανακατεμένα στις αγκαλιές τους, η βαθειά σιωπή της αγάπης, η βαθειά και άκρα σιωπή της στιγμής που περνάει, που όμως την ζήσαμε, και θα ξαναπετάξη από πάνω της κάποια Ημέρα η ψυχή μας, ελεύθερη κι ελαφριά, καινούρια, νεογέννητη, θα ατενίση από ψηλά την αίσθησί της, θα την ζυγίση, θα την δει όπως πράγματι είναι, θα την ζήση πάλι.
"Ίσκιοι και χαμόγελα παντού".
Αυτή εδώ η θάλασσα λάμπει, αντιφεγγίζει το ήσυχο και πράο φως της συννεφιάς, είναι μεγάλη, απέραντη, και το βαρύ πλεούμενο που την διαβαίνει δεν την αλλάζει, γλιστράει δειλό επάνω της κι αυτή δεν έχει "παραλλαγή και τροπής αποσκίασμα". Είναι μεγάλη και βαθειά και ήσυχη και ίδια.
Ψυχή μου, ψυχή μου, γίνου μεγάλη και βαθειά και ήσυχη και ίδια.
" Να πετάς ψηλά και να ξέρεις το νόημα της καλοσύνης και της αγάπης.Μη πάψης ποτέ να δουλεύης πάνω στην Αγάπη". -
Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009
Το εραστόν της καρδιάς μου Πρόσωπον
«Η ἔμφαση στὴν ἀρχή, ἀκριβῶς ἐπειδὴ συνδυάζεται μὲ ἔμφαση στὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀμοιβαία αὐτοθυσία, παιδαγωγεῖ στὴν ἀγάπη, γιὰ τὴν ὁποία ἀρχὴ εἶναι πάντοτε ὁ ἄλλος. Μόνο ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀγάπη γίνεται λόγος γιὰ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις.»
Να γίνης η Αρχή μου. Να άρξης, να βασιλεύσης επί του επαναστατημένου εαυτού μου, «σαν αυτοκράτωρ, σαν Παντοδύναμος». Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά Σου. Δεν θέλω να έχω έναντί Σου κανένα «δικαίωμα». Όλος να γίνω υποχωρητικός και ευσμίλευτος. Να σου παραχωρήσω τα πάντα. Όπως στον μέγιστα ηγαπημένο, στον πέρα από κάθε δικαίωμα και απαίτησι και επιφύλαξι ηγαπημένο. Να γίνης το εραστόν της καρδιάς μου Πρόσωπο. Σε Εσένα να αποβλέπω, να ψάχνω πώς να μη σ’ ενοχλώ, πώς να σου αρέσω και πώς να κάνω ό,τι μου ζητάς κι ό,τι παρατηρώ πως σε ευαρεστεί. Κι όταν μου αποκαλύπτεις την θέλησί σου, να είναι μεγαλύτερη η χαρά μου που βρήκα τρόπο να σ’ ευχαριστήσω, από την δυσχέρεια της απαιτήσεώς σου, από την αντίστασι της στρεβλωμένης μου θελήσεως και του εγωισμού μου. Κάνε μου αισθητή και εύληπτη την υπέρ νουν και αίσθησιν αγάπη σου για μένα και κάνε με, όπως σε άνθρωπο πολυαγαπημένο, να μην διατηρώ απέναντί σου καμμιά άμυνα, καμμιά επιφύλαξι, και να είμαι σαν παιδί μπροστά σου. Αυτό έχει μέσα του ειρήνη, τότε ό,τι μου ζητάς θα είναι ελαφρύ και ποθητό, όταν «οπίσω του έρωτός Σου έλθω εκ του κόσμου τούτου». Όταν Σε αγαπήσω, τότε θα φτιάξουν όλα. Αποκάλυψέ μου τον Εαυτό Σου, σάρωσε όλα τα σκουπίδια που έχω μέσα στην καρδιά μου. Δώσε μου τον τρόπο να καθάρω τον εαυτό μου για Σένα, να γίνω όπως με θες και όπως μου προώρισες να είμαι. Να παρέλθη η σκιά του νόμου, ελθούσης της Χάριτός Σου. Να σ’ ερωτευθώ.
Να γίνης η Αρχή μου. Να άρξης, να βασιλεύσης επί του επαναστατημένου εαυτού μου, «σαν αυτοκράτωρ, σαν Παντοδύναμος». Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά Σου. Δεν θέλω να έχω έναντί Σου κανένα «δικαίωμα». Όλος να γίνω υποχωρητικός και ευσμίλευτος. Να σου παραχωρήσω τα πάντα. Όπως στον μέγιστα ηγαπημένο, στον πέρα από κάθε δικαίωμα και απαίτησι και επιφύλαξι ηγαπημένο. Να γίνης το εραστόν της καρδιάς μου Πρόσωπο. Σε Εσένα να αποβλέπω, να ψάχνω πώς να μη σ’ ενοχλώ, πώς να σου αρέσω και πώς να κάνω ό,τι μου ζητάς κι ό,τι παρατηρώ πως σε ευαρεστεί. Κι όταν μου αποκαλύπτεις την θέλησί σου, να είναι μεγαλύτερη η χαρά μου που βρήκα τρόπο να σ’ ευχαριστήσω, από την δυσχέρεια της απαιτήσεώς σου, από την αντίστασι της στρεβλωμένης μου θελήσεως και του εγωισμού μου. Κάνε μου αισθητή και εύληπτη την υπέρ νουν και αίσθησιν αγάπη σου για μένα και κάνε με, όπως σε άνθρωπο πολυαγαπημένο, να μην διατηρώ απέναντί σου καμμιά άμυνα, καμμιά επιφύλαξι, και να είμαι σαν παιδί μπροστά σου. Αυτό έχει μέσα του ειρήνη, τότε ό,τι μου ζητάς θα είναι ελαφρύ και ποθητό, όταν «οπίσω του έρωτός Σου έλθω εκ του κόσμου τούτου». Όταν Σε αγαπήσω, τότε θα φτιάξουν όλα. Αποκάλυψέ μου τον Εαυτό Σου, σάρωσε όλα τα σκουπίδια που έχω μέσα στην καρδιά μου. Δώσε μου τον τρόπο να καθάρω τον εαυτό μου για Σένα, να γίνω όπως με θες και όπως μου προώρισες να είμαι. Να παρέλθη η σκιά του νόμου, ελθούσης της Χάριτός Σου. Να σ’ ερωτευθώ.
Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009
Γεννάμε αγάλματα

Αντίο να σου πω τώρα που φεύγεις από δω, αν και τόσο λίγο ιδωθήκαμε. Ήρθα με μια χούφτα βρεγμένα γιασεμιά μπροστά σου, μπροστά στο μεγαλείο του "για πάντα", μπροστά στο μεγαλείο ενός πάλλευκου προσώπου που το κυττάζουμε για τελευταία φορά. Μικραίνει ο άνθρωπος μπροστά στο "πάντα", γίνεται μια τόση δα κουκίδα. Κι εγώ, άνθρωπος ξένος και μικρός, ήρθα μπροστά στο τελευταίο σου άγαλμα, το τελευταίο άγαλμα που έφτιαξες με την μορφή σου, "γεννάμε αγάλματα κάθε στιγμή που περνάει". Ήρθα με την παράξενη ομπρέλα μου και με την μαύρη φορεσιά μου και στάθηκα μπροστά σου πλήρης απορίας και θάμβους. Μπερδεύτηκα ανάμεσα στα δακρυσμένα των δικών σου πρόσωπα, και έγινα μια τόση δα κουκίδα που δεν την έβλεπε κανείς, παρά μόνο ένα ζευγάρι αγαπημένα μάτια. Και δάκρυζα ολοένα, χωρίς να καλοξέρω το γιατί. Όχι για σένα, μα για ένα άδειο σπίτι μάλλον, και για όποιον θα έπρεπε να γυρίσει εκεί μέσα.
Άσπρα βρεγμένα γιασεμιά, πλάι στο λευκό σου πρόσωπο, κομμένα από τον φράχτη του σπιτιού των παιδικών μου χρόνων.
Κι η ευωδία απ' τα γιασεμιά, κι η αναστάσιμη ευωδία του ύπνου σου, Φως Άσπρο κι άσπρα γιασεμιά και το λευκό σου πρόσωπο και δυο χέρια λευκά που τρέμαν μέσα στη βροχή και τον αέρα του Νοεμβρίου, μα που ξέρω πως αύριο θα ψηλαφίσουν πάνω στο τελευταίο άγαλμά σου την Ανάστασι, μπερδεύτηκαν και χτίσαν την τελευταία από σένα ανάμνησί μου. Αντίο
Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009
προσευχή
Πώς σκύβεις το άχρονο και απερίγραπτο κεφάλι σου, “εν περιγραπτή σαρκί” , πάνω από την χωμάτινη ζωή μου; Πώς κυττάζεις με τόση ευσπλαγχνία την από Εσέ αποστασία των ροπών της καρδιάς μου; Πώς αγκαλιάζεις με πατρική –μάλλον δε, μητρική- στοργή την ένδεια, τις ανάγκες, τα θελήματά μου, τα παιδιάστικα πείσματα, και τις αδυναμίες μου, το μπαϊράκι που σηκώνω κάθε τόσο και κάνω τα δικά μου, πώς τα ανέχεσαι και πώς τα θεραπεύεις και τα διακονείς με την πάνσοφη και ταπεινή Αγάπη Σου; Η καρδιά μου, φθηνή πόρνη που εξέπεσε από τον υψηλό της θρόνο, από την άχραντο παστάδα του γάμου της με τον Τέλειο Νυμφίο της, απομακρύνθηκε, Σε ξέχασε, γυρίζει αλλού, χαρίζει τον εαυτό της στις «ευπερίστατες» αγάπες της, στις μάταιες, τις ξένες, τις ψεύτικες. Φθηνή πόρνη. Σε μια ευγενέστερη αποτύπωσι, σκληρό μικρό παιδί που ξέρει μόνο τα θελήματά του και δεν κατανοεί την αγνωμοσύνη και την προδοσία. Πώς με αγαπάς και πώς με περιβάλλεις με την Ύπαρξί Σου? Έρχομαι μπροστά Σου κάθε τόσο, με τα…αιτήματά μου. Τι να αποθέσω μπροστά στο πράο και όλο αγάπη Βλέμμα Σου; Τι να Σου «ζητήσω», τι να Σου υποδείξω, τι να σου πω; Είμαι όλος μπροστά Σου, είμαι όλος μέσα Σου. Έρχομαι μπροστά σου με τις επιθυμίες μου, με τις μικρές, πικρές μου επιθυμίες, τις γυμνές από το μεγαλείο του «μέλλοντος αιώνος». Θνητές, χαμερπείς, και ολοτελώς «στα μέτρα μου». Έρχομαι να στις αραδιάσω, και να σε παρακαλέσω δήθεν, ή ίσως και όχι, μόνο να στις αραδιάσω. Αλλά με συντρίβει η αίσθησι της πρόνοιάς σου, η ζεστασιά της αγάπης σου, δε μ’ αφήνει να σου ζητήσω τίποτα, ντρέπομαι, ντρέπομαι την άφραστη μεγαλοπρέπειά σου, τα θαυμασια σου, τα υπερλάμποντά σου θαύματα. Εσύ γνωρίζεις Κύριε, γνωρίζεις την καρδιά μου, τα γνωρίζεις όλα. Σύ πάντα οίδας. Βλέπεις αυτά που θέλω, αυτά που φοβάμαι, αυτά που ελπίζω, αυτά που δεν κατορθώνω, αυτά που με πικραίνουν, αυτά που δε μπορώ ν’ ανατρέψω, αυτά που με νικούν, αυτά που προσδοκώ, αυτά για τα οποία κάνω και αυτά για τα οποία δεν κάνω, Εσύ με έπλασες με τα Χέρια Σου, είμαι η πνοή Σου, είμαι όλος δικός Σου. Όλος δικός Σου όταν Σε ψάχνω, όταν Σε ακούω, όταν Σε θυμάμαι, όταν Σε νοιώθω. Όλος δικός σου κι όταν Σε ξεχνάω, όταν Σε αψηφώ, όταν Σου θυμώνω, όταν Σου γκρινιάζω, όταν Σε φοβάμαι, όταν Σε αποφεύγω. Είμαι όλος δικός Σου, Εσύ τα γνωρίζεις όλα.
Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
Τελευταία ανάσα Κυριακής
Είναι στιγμές που απλώνεται μέσα μου ανατέλλουσα η απλή και ήσυχη και συντριπτική αλήθεια πως είμαι ένα τίποτα. Μου εμφανίζεται μία σαφής εικόνα του εαυτού μου, η "απόλυτη" εικόνα του. Όχι εν συγκρίσει με τους άλλους. Ούτε καν εν συγκρίσει προς τον Θεό. Αλλά μάλλον "ενώπιον του Θεού". Με βλέπω.
Μετά αυτό φεύγει.Αδυσώπητα και αναπότρεπτα, όπως ήρθε. Πασχίζω να διατηρήσω κάτι απ' αυτήν την γνώσι.Την μνήμη της ή έστω την αίσθησί της. Είναι αδύνατον. Γλιστράει από πάνω μου σαν νερό που στέγνωσε, φεύγει και αφήνει πίσω την πρότερη κενή πραγματικότητά μου. Αν αφήνει κάτι μέσα μου ή αν επιφέρει κάποια μεταβολή, γίνεται μυστικά και δεν το παίρνω είδησι.
Είναι μεγάλη και σκληρή απώλεια γιατί αυτές οι στιγμές είναι αληθινές και φέρνουν μαζύ τους μεγάλη και πλούσια η σ υ χ ί α, με καθαίρουν, με κάνουν να πατάω στο χώμα, είναι η μόνη ειρήνη που έχω γνωρίσει. Ησυχία και ειρήνη και μια έμπονος χαρά, όπως είναι η γη σιωπηλή και λευκή και όμορφη όταν έχει χιονίσει.
Νομίζω ότι είναι τόσο δύσκολο να κρατηθούν ή να επαναληφθούν γιατί αν εγκαθίσταντο μονίμως αυτό θα ήταν ίσως η τ α π ε ί ν ω σ ι.-
Μετά αυτό φεύγει.Αδυσώπητα και αναπότρεπτα, όπως ήρθε. Πασχίζω να διατηρήσω κάτι απ' αυτήν την γνώσι.Την μνήμη της ή έστω την αίσθησί της. Είναι αδύνατον. Γλιστράει από πάνω μου σαν νερό που στέγνωσε, φεύγει και αφήνει πίσω την πρότερη κενή πραγματικότητά μου. Αν αφήνει κάτι μέσα μου ή αν επιφέρει κάποια μεταβολή, γίνεται μυστικά και δεν το παίρνω είδησι.
Είναι μεγάλη και σκληρή απώλεια γιατί αυτές οι στιγμές είναι αληθινές και φέρνουν μαζύ τους μεγάλη και πλούσια η σ υ χ ί α, με καθαίρουν, με κάνουν να πατάω στο χώμα, είναι η μόνη ειρήνη που έχω γνωρίσει. Ησυχία και ειρήνη και μια έμπονος χαρά, όπως είναι η γη σιωπηλή και λευκή και όμορφη όταν έχει χιονίσει.
Νομίζω ότι είναι τόσο δύσκολο να κρατηθούν ή να επαναληφθούν γιατί αν εγκαθίσταντο μονίμως αυτό θα ήταν ίσως η τ α π ε ί ν ω σ ι.-
Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009
Χώμα και Νερό
Προτού χαράξει άνοιξα την πόρτα και βγήκα στην αυλή. Κάθησα στο καγκελένιο σκαλάκι και περίμενα. Έσκυψα το κεφάλι μου και περίμενα. Σε λίγο άρχισε ήσυχα ήσυχα να ψιχαλίζει. Δεν σάλεψα καθόλου. Κάθησα εκεί, μέσα στον κήπο, πλάι στα δέντρα, πάνω στο χώμα, ως να ήμουν η γάτα μου, ή ένα σαλιγκάρι. Κυττούσα τα δέντρα, τα κυττούσα να στέκονται πάντα, να καταπίνουν την βροχή.
Κάνε με να είμαι δέντρο, κάνε με ένα δέντρο, να καταπίνω την βροχή Σου, και να καρπίζω και να βλασταίνω και να ψηλώνω και να Σε φθάσω. Κάνε με να στέκομαι ήσυχα εκεί που βρίσκομαι, και να μην ξέρω να θέλω, παρά μόνο να ξέρω να ζω, και μόνο να Σε περιμένω.
Γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου
Κάνε με να είμαι δέντρο, κάνε με ένα δέντρο, να καταπίνω την βροχή Σου, και να καρπίζω και να βλασταίνω και να ψηλώνω και να Σε φθάσω. Κάνε με να στέκομαι ήσυχα εκεί που βρίσκομαι, και να μην ξέρω να θέλω, παρά μόνο να ξέρω να ζω, και μόνο να Σε περιμένω.
Γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)