Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Γεννάμε αγάλματα


Αντίο να σου πω τώρα που φεύγεις από δω, αν και τόσο λίγο ιδωθήκαμε. Ήρθα με μια χούφτα βρεγμένα γιασεμιά μπροστά σου, μπροστά στο μεγαλείο του "για πάντα", μπροστά στο μεγαλείο ενός πάλλευκου προσώπου που το κυττάζουμε για τελευταία φορά. Μικραίνει ο άνθρωπος μπροστά στο "πάντα", γίνεται μια τόση δα κουκίδα. Κι εγώ, άνθρωπος ξένος και μικρός, ήρθα μπροστά στο τελευταίο σου άγαλμα, το τελευταίο άγαλμα που έφτιαξες με την μορφή σου, "γεννάμε αγάλματα κάθε στιγμή που περνάει". Ήρθα με την παράξενη ομπρέλα μου και με την μαύρη φορεσιά μου και στάθηκα μπροστά σου πλήρης απορίας και θάμβους. Μπερδεύτηκα ανάμεσα στα δακρυσμένα των δικών σου πρόσωπα, και έγινα μια τόση δα κουκίδα που δεν την έβλεπε κανείς, παρά μόνο ένα ζευγάρι αγαπημένα μάτια. Και δάκρυζα ολοένα, χωρίς να καλοξέρω το γιατί. Όχι για σένα, μα για ένα άδειο σπίτι μάλλον, και για όποιον θα έπρεπε να γυρίσει εκεί μέσα.
Άσπρα βρεγμένα γιασεμιά, πλάι στο λευκό σου πρόσωπο, κομμένα από τον φράχτη του σπιτιού των παιδικών μου χρόνων.
Κι η ευωδία απ' τα γιασεμιά, κι η αναστάσιμη ευωδία του ύπνου σου, Φως Άσπρο κι άσπρα γιασεμιά και το λευκό σου πρόσωπο και δυο χέρια λευκά που τρέμαν μέσα στη βροχή και τον αέρα του Νοεμβρίου, μα που ξέρω πως αύριο θα ψηλαφίσουν πάνω στο τελευταίο άγαλμά σου την Ανάστασι, μπερδεύτηκαν και χτίσαν την τελευταία από σένα ανάμνησί μου. Αντίο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου