Λέγεις ότι με αγαπάς, και την άλλη μέρα που εγώ φεύγω, εσύ στενοχωριέσαι και κλαις. Η αγάπη σου ήταν μία ακολασία εγωισμού, η αγάπη σου ήταν ένα τρικύμισμα του ατόμου σου, ένα στήσιμο του ειδώλου σου, μία απάτη.
Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης "Περί Ζωής Λόγος Ελπίδος"
Ήταν σαν Κυριακή στο σπίτι. Έτσι ήταν, το ‘πες κιόλας, δεν μπορώ ποτέ να το λησμονήσω. Το μεσημεριανό τραπέζι μαζεμένο, τα πιάτα να στραγγίζουν, τα παράθυρα μισάνοιχτα, γερμένα, το φως να μπαίνει από παντού κι ο αέρας εκείνοςκαι τα νερά. Ταινία στην τηλεόραση, εφημερίδες, κλωστές και κεντήματα και μια όμορφη σπιτίσια ησυχία, απ’ αυτή που σε τυλίγει και σε αποκοιμίζει σα μωρό. Όλα έχουν γίνει, όλα είναι στην θέσι τους, χαμηλές φωνές, χαμόγελα οικεία, λόγια στρογγυλά και δίχως προσπάθεια, δίχως προεκτάσεις. Κατάπαυσι. Και η αναπόφευκτη βεβαιότητα ότι η μέρα είναι στην δύσι της, γλιστράει και φεύγει.
Θυμάμαι που σε παρατηρούσα στην μακρυνή εκείνη πολυθρόνα, μ’ έκφραση ήσυχη και πραεία, σαν αθώου παιδιού, να λες αυτά τα όλο αγάπη λόγια. Εκείνη η μέρα ήταν λουσμένη στο φως, έλαμπε ήσυχα και γλυκά χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς αναμονές, χωρίς άλλα νοήματα, παρά μόνο ένα, πως υπήρξε. Βαφτίστηκα μέσα της, πατούσα μέσα της σιγανά και ταπεινά, μην την χαλάσω, μην την αλλάξω, μην την βγάλω από την τροχιά της. Απορροφήθηκα στο φως, την τρεμάμενη χαρά μιας ήσυχης μέρας, με λόγια, με βλέμματα απλά, με κουβέρτες και βιβλία στον καναπέ, με ένα κόκκινο φεγγάρι που ανέτειλε μέσα από το βουνό.
Βράδυ Σαββάτου, "ταβέρνα με μουσική" στου Ψυρρή, δίσκοι με λουλούδια (τα οποία απ' ότι πληροφορούμαι σύχναζαν προηγουμένως σε νεκρώσιμα στέφανα στα ανά την αττική νεκροταφεία), τσιφτετέλι πάνω στα τραπέζια, και η τραγουδίστρια ξεφωνίζει μέσα στα έκπληκτα αυτιά μου
" Αγάπη που 'γινες Σώμα κι Αίμα χωρίς Εσένα όλα είναι ξενιτειές
Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθω..."
Και με τύλιξε σαν ομίχλη και σαν φως από παντού αυτό το " ο εμός έρως εσταύρωται ".
Η γλυκειά ζεστασιά του γέλιου σου, η φωνή σου μπερδεμένη με τις φωνές των παιδιών, τα μαλλιά σου ανακατεμένα στις αγκαλιές τους, η βαθειά σιωπή της αγάπης, η βαθειά και άκρα σιωπή της στιγμής που περνάει, που όμως την ζήσαμε, και θα ξαναπετάξη από πάνω της κάποια Ημέρα η ψυχή μας, ελεύθερη κι ελαφριά, καινούρια, νεογέννητη, θα ατενίση από ψηλά την αίσθησί της, θα την ζυγίση, θα την δει όπως πράγματι είναι, θα την ζήση πάλι.
"Ίσκιοι και χαμόγελα παντού".
Αυτή εδώ η θάλασσα λάμπει, αντιφεγγίζει το ήσυχο και πράο φως της συννεφιάς, είναι μεγάλη, απέραντη, και το βαρύ πλεούμενο που την διαβαίνει δεν την αλλάζει, γλιστράει δειλό επάνω της κι αυτή δεν έχει "παραλλαγή και τροπής αποσκίασμα". Είναι μεγάλη και βαθειά και ήσυχη και ίδια.
Ψυχή μου, ψυχή μου, γίνου μεγάλη και βαθειά και ήσυχη και ίδια.
" Να πετάς ψηλά και να ξέρεις το νόημα της καλοσύνης και της αγάπης.Μη πάψης ποτέ να δουλεύης πάνω στην Αγάπη". -
Να γίνης η Αρχή μου. Να άρξης, να βασιλεύσης επί του επαναστατημένου εαυτού μου, «σαν αυτοκράτωρ, σαν Παντοδύναμος». Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά Σου. Δεν θέλω να έχω έναντί Σου κανένα «δικαίωμα». Όλος να γίνω υποχωρητικός και ευσμίλευτος. Να σου παραχωρήσω τα πάντα. Όπως στον μέγιστα ηγαπημένο, στον πέρα από κάθε δικαίωμα και απαίτησι και επιφύλαξι ηγαπημένο. Να γίνης το εραστόν της καρδιάς μου Πρόσωπο. Σε Εσένα να αποβλέπω, να ψάχνω πώς να μη σ’ ενοχλώ, πώς να σου αρέσω και πώς να κάνω ό,τι μου ζητάς κι ό,τι παρατηρώ πως σε ευαρεστεί. Κι όταν μου αποκαλύπτεις την θέλησί σου, να είναι μεγαλύτερη η χαρά μου που βρήκα τρόπο να σ’ ευχαριστήσω, από την δυσχέρεια της απαιτήσεώς σου, από την αντίστασι της στρεβλωμένης μου θελήσεως και του εγωισμού μου. Κάνε μου αισθητή και εύληπτη την υπέρ νουν και αίσθησιν αγάπη σου για μένα και κάνε με, όπως σε άνθρωπο πολυαγαπημένο, να μην διατηρώ απέναντί σου καμμιά άμυνα, καμμιά επιφύλαξι, και να είμαι σαν παιδί μπροστά σου. Αυτό έχει μέσα του ειρήνη, τότε ό,τι μου ζητάς θα είναι ελαφρύ και ποθητό, όταν «οπίσω του έρωτός Σου έλθω εκ του κόσμου τούτου». Όταν Σε αγαπήσω, τότε θα φτιάξουν όλα. Αποκάλυψέ μου τον Εαυτό Σου, σάρωσε όλα τα σκουπίδια που έχω μέσα στην καρδιά μου. Δώσε μου τον τρόπο να καθάρω τον εαυτό μου για Σένα, να γίνω όπως με θες και όπως μου προώρισες να είμαι. Να παρέλθη η σκιά του νόμου, ελθούσης της Χάριτός Σου. Να σ’ ερωτευθώ.
Αντίο να σου πω τώρα που φεύγεις από δω, αν και τόσο λίγο ιδωθήκαμε. Ήρθα με μια χούφτα βρεγμένα γιασεμιά μπροστά σου, μπροστά στο μεγαλείο του "για πάντα", μπροστά στο μεγαλείο ενός πάλλευκου προσώπου που το κυττάζουμε για τελευταία φορά. Μικραίνει ο άνθρωπος μπροστά στο "πάντα", γίνεται μια τόση δα κουκίδα. Κι εγώ, άνθρωπος ξένος και μικρός, ήρθα μπροστά στο τελευταίο σου άγαλμα, το τελευταίο άγαλμα που έφτιαξες με την μορφή σου, "γεννάμε αγάλματα κάθε στιγμή που περνάει". Ήρθα με την παράξενη ομπρέλα μου και με την μαύρη φορεσιά μου και στάθηκα μπροστά σου πλήρης απορίας και θάμβους. Μπερδεύτηκα ανάμεσα στα δακρυσμένα των δικών σου πρόσωπα, και έγινα μια τόση δα κουκίδα που δεν την έβλεπε κανείς, παρά μόνο ένα ζευγάρι αγαπημένα μάτια. Και δάκρυζα ολοένα, χωρίς να καλοξέρω το γιατί. Όχι για σένα, μα για ένα άδειο σπίτι μάλλον, και για όποιον θα έπρεπε να γυρίσει εκεί μέσα. Άσπρα βρεγμένα γιασεμιά, πλάι στο λευκό σου πρόσωπο, κομμένα από τον φράχτη του σπιτιού των παιδικών μου χρόνων. Κι η ευωδία απ' τα γιασεμιά, κι η αναστάσιμη ευωδία του ύπνου σου, Φως Άσπρο κι άσπρα γιασεμιά και το λευκό σου πρόσωπο και δυο χέρια λευκά που τρέμαν μέσα στη βροχή και τον αέρα του Νοεμβρίου, μα που ξέρω πως αύριο θα ψηλαφίσουν πάνω στο τελευταίο άγαλμά σου την Ανάστασι, μπερδεύτηκαν και χτίσαν την τελευταία από σένα ανάμνησί μου. Αντίο