Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Ψάχνω να βρω γιατί κλαίω. Ποιο είναι ακριβώς αυτό που φέρνει στην καρδιά μου αυτήν την απαρηγόρητη πίκρα.
Φιλάκια που τσιμπάνε, αξύριστα γένεια. Αεροδρόμια. Βαλίτσες ανοιγμένες πάνω στο κίτρινο πάτωμα ό,τι ώρα κι αν ήταν, παραγεμισμένες με πολύχρωμα ζαχαρωτά. Κάρτ ποστάλ, γενέθλια, και μαϊμουδάκια ντυμένα μπαλαρίνες. Μια άσκησι γεωμετρίας που εγώ ήθελα απλώς να λύσουμε και να τελειώνη και συ δεν ξεμπέρδευες ποτέ, λες κι όλος ο φιλοσοφικός κι επιστημονικός στοχασμός της ανθρωπότητος είχε πάρει αφορμή από μόνη αυτήν την χαζοασκησούλα. Η φωνή σου. Να μιλάς και να μιλάς και να μιλάς, ατέλειωτα. Κυριακές. Αμέτρητες και απέραντες Κυριακές. Η αλατιέρα πάνω στο άσπρο τραπεζομαντηλο της μάνας μου, το χέρι σου να γυροφέρνει ασυναίσθητα μια κούπα νες καφέ καθώς μιλούσες. Τ’ ανασηκωμένα φρύδια σου, το ζαρωμένο από την έκφρασι μέτωπο, τα βλέφαρά σου ν’ ανοιγοκλείνουν. Το σχήμα αυτό της ύπαρξης. Η μουσική που έχει γύρω της μια ύπαρξι ζωντανή. Εφημερίδες πλάι στο τζάκι. Αγουροξυπνημένα πρωινά στην ανθισμένη μας βεράντα. Το πακέτο τα τσιγάρα σου, το αποτύπωμα του αναπτήρα σου επάνω στην σκόνη στο κρύσταλλο του τραπεζιού, το γνώριμο χέρι σου, το τασάκι. Ν’απλώνω το χέρι μου και να σε ακουμπάω.
Όχι το ρολόι σου στο συρτάρι του κομοδίνου, όχι το πουκάμισό σου φυλαγμένο στην ντουλάπα μου από ανερμάτιστη αδυναμία να σταθώ όρθια μπροστά στο πάντα και στο ποτέ.
Η σιωπή που μένει όταν δεν είναι πια ο άνθρωπος. Όχι αυτή η ειρηνική ησυχία της κατάπαυσης των εσωτερικών θορύβων. Σκληρή και αδιαπραγμάτευτη και συμπαγής σιγή, αδιαπέραστη, του θανάτου. Και απομένει κανείς ν’αναμετρά την ύπαρξί του με τον Χρόνο, κυττάζω την ζωή μου από ψηλά και προσπαθώ να λογικεύσω τον έντρομο εαυτό μου. Αλλά «όλο το κτιστό Είναι, με τη σφραγίδα της φθοράς ήδη απ’ αρχής, παρουσιάζεται χωρίς νόημα, βυθισμένο στον γνόφο του θανάτου».

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Αγάπησε ψυχή μου την ευλογημένη πείνα, την ευλογημένη νύστα, την ευλογημένη δίψα, την ευλογημένη κούρασι, την ευλογημένη βία στον εαυτό σου. Αγάπησε τα πονεμένα χέρια και πόδια και αγάπησε την ευλογημένη εξάντλησι. Τα μάτια που καίνε από την αϋπνία, τα βλέφαρα που βαραίνουν, το σώμα που κρυώνει από την πείνα και την αγρύπνια. Αγάπησε το ευλογημένο "όχι" στα θελήματά σου, κι όλα αυτά τα όχι, οι ακλινείς αρνήσεις σου, υπόμεινε καρτερικά, μέχρι να μεταμορφωθούν σε μια τεράστια και ανεπιφύλαχτη κατάφασι, αυτά τα όχι είναι φτιαριές που ανοίγουν δρόμο στο χιόνι, είναι εκσκαφείς της χερσωθείσας σου καρδιάς, άνοιγε με τα όχι σου ψυχή μου δρόμο, γενναία, σιωπηλά, εδραία, ανυποχώρητα, φώναζε τα όχι σου στα μούτρα των προτεινόμενων ψευτοπαραδείσων που σου κουνάει κάτω απ'τη μύτη ο φονιάς σου. Γίνου αγρίμι, γίνου ξένη, γίνου ο ερημίτης ο γυμνός και ανυπόδητος και αόρατος και ξένος, που κάθεται μέσα στις οπές της γης και γυρίζει σαν το κατσίκι στους βράχους και από την ξενιτεία οι τρόποι του έγιναν τραχείς σαν του θηρίου και τα μάτια του αθώα και καθαρά σαν του παιδιού και το βλέμμα του που χαμηλώνει πάνω στα λιθάρια και τα χόρτα βλέπει την Οικουμένη και αγαπάει την, "ως εαυτόν". Γίνου λιοντάρι που βρυχάται και πάλεψε να σπάσεις τα δεσμά σου, μη συμβιβασθής, μη βαρεθείς να πολεμάς, μη κουρασθής, μη αποκάμης. Διαρρήξωμεν τους δεσμούς αυτών και απορρίψωμεν αφ' ημών τον ζυγόν αυτών.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Δώρα. Ανάκατα... 1


- κόκκινες καμπανούλες πιπεριές στην γλάστρα έξω απ'το παράθυρό μου
- το "ταμείον" μου
- μια γελαστή φωτογραφία πάνω στο γραφείο μου
- οικείες φωνές πίσω από κλειστές πόρτες
- μια συννεφιασμένη μέρα με φως παράξενο, πλάγιο, πράο μέσ' απ'τα άσπρα σύννεφα
- οι κούπες του σπιτιού μου στα χέρια των αδελφών μου στην εκκλησία.
- ο Εσπερινός του χειμώνα, που είναι μυστικός, σταυροαναστάσιμος, που τρέμει επάνω στο μεταίχμιο της μέρας με την νύχτα, κουρνιασμένος στις παρυφές του σκοταδιού με το μικρό, κρυφό, ζεστό του φως να ρέει ήσυχα και γλυκά, να μαρτυράει την Ανάστασι.
- η νύχτα, η ησυχία και μοναξιά της νύχτας, η ανάγνωσι και η προσευχή της νύχτας, που τίποτε δεν την διακόπτει κι ενοχλεί. Το πως ενώνεσαι την νύχτα με τον κόσμο που κοιμάται, εσύ που αγρυπνάς. Μέσα σ' ένα κλειστό δωμάτιο μια ήσυχη νύχτα μπορείς να ίπτασαι πάνω απ'την πόλι μέσα στην απέραντη σιγή, να κυττάς με νοερό όμμα τους ανθρώπους, να πετάς σε πολιτείες ξένες, εκεί που τώρα ξυπνούν, εκεί που ο ήλιος λάμπει, να πετάς γύρω απ' τον κόσμο και να μη ξέρεις πια τι είναι ο χρόνος, η μέρα και η νύχτα. Να προσεύχεσαι του Θεού μέσα στην νύχτα.
- η μυρωδιά του χειμερινού αέρα, καθώς γυρνάω σπίτι το βράδυ, υγρασία, καμένο ξύλο, χώμα και πικροδάφνες και μια μικρή γαζία στη γωνία στο πεζοδρόμιο.
- ένα σημείωμα με ορνιθοσκαλίσματα που περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας
- η μυρωδιά των σιδερωμένων ρούχων
- τα "όχι" του Θεού. Ένα Σου "όχι" το φυλάω με τόση ευγνωμοσύνη στην καρδιά μου όση δε γέννησαν μέσα μου όλα τα συγκαταβατικά Σου "Ναι". Κι όχι πάντα γιατί κατάλαβα την αιτία του, όχι γιατί είδα μέσα του την σκοπιμότητά Σου την προς το συμφέρον μου. Τίποτε απ' αυτά. Αλλά γιατί με φέρνει κοντά Σου πιο πολύ απ' το οτιδήποτε, με βεβαιώνει για την σταθερή Σου παρουσία, ο πόνος της ευθυγραμμίσεως με την άρνησί σου με σμιλεύει, με αλλάζει, με μορφώνει, με οδηγεί σ' αυτό που με έπλασες να είμαι και που προσδοκάς, με την συνέργειά Σου, να το μορφώσω. Τα "όχι" Σου γκρεμίζουν είδωλα και κούφιες φαντασίες, τρυπούν τα ψέματα σα σαπουνόφουσκες. Όταν μου λες "Όχι" δεν φοβάμαι γιατί ξέρω πως είμαι στα χέρια Σου, το καταλαβαίνω τότε εναργέστερα από ποτέ άλλοτε. Σ' ευχαριστώ Κύριέ μου για τα "όχι" σου.

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Καὶ ἔσται ἐν τῷ συννεφεῖν με νεφέλας ἐπὶ τὴν γῆν, ὀφθήσεται τὸ τόξον ἐν τῇ νεφέλῃ


καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς Νῶε·
τοῦτο τὸ σημεῖον τῆς διαθήκης,
ὃ ἐγὼ δίδωμι ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν
καὶ ἀνὰ μέσον πάσης ψυχῆς ζώσης,
ἥ ἐστι μεθ᾿ ὑμῶν εἰς γενεὰς αἰωνίους·
τὸ τόξον μου τίθημι ἐν τῇ νεφέλῃ,
καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ τῆς γῆς.
καὶ ἔσται ἐν τῷ συννεφεῖν με νεφέλας ἐπὶ τὴν γῆν,
ὀφθήσεται τὸ τόξον ἐν τῇ νεφέλῃ,
καὶ μνησθήσομαι τῆς διαθήκης μου,
ἥ ἐστιν ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν,
καὶ ἀνὰ μέσον πάσης ψυχῆς ζώσης ἐν πάσῃ σαρκί,
καὶ οὐκ ἔσται ἔτι τὸ ὕδωρ εἰς κατακλυσμόν,
ὥστε ἐξαλεῖψαι πᾶσαν σάρκα.
καὶ ἔσται τὸ τόξον μου ἐν τῇ νεφέλῃ,
καὶ ὄψομαι τοῦ μνησθῆναι διαθήκην αἰώνιον
ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ τῆς γῆς
καὶ ἀνὰ μέσον ψυχῆς ζώσης ἐν πᾶσι σαρκί, ἥ ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς.
καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς τῷ Νῶε·
τοῦτο τὸ σημεῖον τῆς διαθήκης, ἧς διεθέμην ἀνὰ μέσον ἐμοῦ
καὶ ἀνὰ μέσον πάσης σαρκός, ἥ ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς.

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Όρθρος



Να περπατάω την Κυριακή το πρωί προτού χαράξει, μέσα στη βαθειά σιγή της αναστάσιμης αυγής, πριν θραύσει το σκοτάδι η πρώτη αχνή ακτίνα, πριν αρχίσουν τα πρωινά τιτιβίσματα των πουλιών, όταν όλα περιμένουν χωρίς ανάσα την ανεπαίσθητη αυτή μετάβασι απ'την νύχτα στη μέρα, να περπατάω, προφυλαγμένα, ταπεινά, μη ραγίσω τη σιωπή, να βαδίζω πάνω στήν υγρή άσφαλτο, με το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" να επιπλέει πάνω από το κεφάλι μου σα νεφέλη, φθάνω μέσα στην Εκκλησία, με τυλίγει αμέσως η μυρωδιά των κεριών, οι γλυκειές φλόγες των καντηλιών που πλέουν μετέωρες μέσα στο σκοτάδι, η προσευχή του εσπερινού και του αποδείπνου της προηγούμενης που έχει στρωθεί σαν πάχνη πάνω στα στασίδια, στα προσκυνητάρια και τους τοίχους. Ιδού σκοτία και πρωί. Μαλακά βήματα και θροίσματα, βαθύσκιωτες μορφές που γλιστρούν αθόρυβα ανάμεσα στις καμάρες και τις άγιες Εικόνες, και μετά το Ευλογητός ο Θεός ημών, ο εξάψαλμος, βραχνός, εξερευνητικός των μυχιετάτων της καρδιάς σπηλαίων, εσωστρεφής και σοβαρός, άβυσσος άβυσσον επικαλείται, τον Άχρονο και Αναφή και Αιώνιο Πλάστη ο άνθρωπος μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, μέσα στο σκοτάδι της καρδιάς, ψάχνει να τον ψηλαφήσει, να σκαρφαλώσει επάνω του, με λαίμαργα χέρια να ψηλαφήσει τον Χαρακτήρα της Μορφής Του, μέσα στο βαθύ σκοτάδι και την ιερή σιγή της βαθειάς καρδιάς.

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010


Λέγεις ότι με αγαπάς,
και την άλλη μέρα που εγώ φεύγω,
εσύ στενοχωριέσαι και κλαις.
Η αγάπη σου ήταν μία ακολασία εγωισμού,
η αγάπη σου ήταν ένα τρικύμισμα του ατόμου σου,
ένα στήσιμο του ειδώλου σου,
μία απάτη.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
"Περί Ζωής Λόγος Ελπίδος"

Σοφία Σειράχ - Από το Αρχείο: εις υπόμνησιν.


Τέκνον,
εἰ προσέρχῃ δουλεύειν Κυρίῳ Θεῷ,
ἑτοίμασον τὴν ψυχήν σου εἰς πειρασμόν.
Εὔθυνον τὴν καρδίαν σου
καὶ καρτέρησον
καὶ μὴ σπεύσῃς ἐν καιρῷ ἐπαγωγῆς.
Κολλήθητι Αυτῷ καὶ μὴ ἀποστῇς,
ἵνα αὐξηθῇς ἐπ’ ἐσχάτων σου.
Πᾶν ὅ ἐὰν ἐπαχθῇ σοι δέξαι
καὶ ἐν ἀλλάγμασι ταπεινώσεώς σου μακροθύμησον.
Ὅτι ἐν πυρὶ δοκιμάζεται χρυσὸς
καὶ ἄνθρωποι δεκτοὶ
ἐν καμίνῳ ταπεινώσεως.

β ΄ 1-5


Ἐμβλέψατε εἰς ἀρχαίας γενεὰς καὶ ἴδετε.
Τὶς ἐνεπίστευσε τῷ Κυρίῳ καὶ κατησχύνθη;
ἤ τὶς ἐνέμεινε τῷ φόβῳ Αὐτοῦ καὶ ἐγκατελείφθη;
ἤ τὶς ἐπεκαλέσατο Αὐτὸν καὶ ὑπερεῖδεν Αὐτόν;
διότι οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος
καὶ ἀφίησι ἁμαρτίας
καὶ σώζει ἐν καιρῷ θλίψεως.

β ΄ 10-11

Ανηρτήθη για πρώτη φορά την Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2010