Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ημερολογιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ημερολογιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Σήμερον.

Πως " η στιγμή που είπες το «Τετέλεσται» είναι στιγμή αιώνια, στάθηκε ακίνητη εις τους αιώνας, η ροή του χρόνου δεν την παρέσυρε, στέκει αμετακίνητη", Σήμερον…

Η στιγμή η αιώνια είναι αυτή η στιγμή που κυνηγάω με τόση προσήλωσι, αυτή η στιγμή που δεν «γεννάει αγάλματα», που δεν γλιστράει σαν νερό από τα χέρια μου, που δεν μ’ αφήνει διαρκώς ετοιμοθάνατη, με ολοένα αυξανόμενη επιτάχυνσι ετοιμοθάνατη, να την ατενίζω από το φευγαλέο και πεισιθάνατο «παρόν» μου να χάνεται στα απώτατα βάθη ενός παρελθόντος, που μετά από λίγο μοιάζει τόσο μακρυνό και ξεθωριασμένο που αναρωτιέμαι αν το φαντάστηκα ή αν το «έζησα» στ’ αλήθεια.

Ποια είναι αυτή η στιγμή που θα ξεφύγει από το σφιχταγκάλιασμα του πικρού και αναπότρεπτου θανάτου;

Εσύ στέκεσαι Εκεί Σήμερον, όπως και Τότε, όπως και Πάντα.



Κι εγώ σ’ ένα «εδώ και τώρα» που μου ξεφεύγει ολοένα και δεν είναι ποτέ δικό μου, μιας και δεν το έχω προσαρτήσει στο δικό Σου Αιώνιο και Άχρονο Παρόν. Και ποια είναι αυτή η γραμμή που θα χωρίσει αυτό που ποτέ δεν υπήρξε απ’ αυτό που πέθανε και χάθηκε; Όλα εν τη γενέσει τους ετοιμοθάνατα και άρα στα μάτια μου ανύπαρκτα. Και όλα τα φθαρτά πράγματα απ’ τα οποία γραπωνόμαστε ξέπνοοι οι άνθρωποι, φρικτά και αποτρόπαια, τυλιγμένα μέσα στον γνόφο του αναπόφευκτου θανάτου. «Πάντα σκιάς ασθενέστερα και ονείρου απατηλότερα» κι αυτό έχει μέσα του μια τέτοια οδύνη που καμμιά λογοτεχνική υστεροβουλία δεν μπορεί να διασκεδάσει.

Αλλ’ εν τω Φωτί Χριστέ του Προσώπου Σου…

Το Αίμα που χύθηκε, η Κένωσι, η άδολη και ανιδιοτελής αγάπη μιάς αθώας και τέλειας καρδιάς, αυτά είναι που γίνονται κυματοθραύστης και θρυμματίζεται επάνω τους ο θάνατος και η φθορά. Η αυτοθυσία κατά μίμησιν του Χριστού , η αυτοεξαφάνισι, ο εκούσιος θάνατος που κατατροπώνει κάθε φόβο του θανάτου, κάνει τις στιγμές αιώνιες.

«Ελέησόν με ο Θεός, ελέησόν με ότι επί Σοι ήλπισα και υπό την σκιάν των πτερύγων Σου ελπιώ έως ου παρέλθη η ανομία.»


Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011


Βελονιά και Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.


Τούλια και κορδέλες και πολύχρωμες χάντρες, ένας κήπος με ψηλά δέντρα και λουλούδια και γρασίδι, στιγμές ασπρόμαυρες να χορεύουν στον φθινοπωρινό αέρα κρεμασμένες από άσπρες κορδέλες, μια νύφη κοριτσάκι που έκανε τον γάμο της παιδικό πάρτυ με μπαλόνια και χωνάκια παγωτό, που χόρευε όπως στο σχολείο πιασμένη κύκλο με τα παρανυφάκια, κι έτρεχε όλη την νύχτα μέσα στον κήπο από τη μία αγκαλιά στην άλλη μπουρδουκλωμένη μέσα στα τούλια και τα πέπλα της που δεν ήθελε να τα βγάλει από πάνω της. Μ’ ένα πλατύ πλατύ χαμόγελο, μέσα στο άσπρο της φουστάνι ξεκίνησε αρματωμένη με υπερβολή χαράς μια ζωή που δεν υποψιάζεται ούτε γνωρίζει.

Μάζεψα ό,τι μπορούσα από την αφελή της χάρι, τόση αθώα παιδικότητα που κατάπιε κι εξαφάνισε την γυναικεία ματαιοδοξία κι αυταρέσκεια, φύλαξα ό,τι μπορούσα από την ανάσα εκείνης της βραδυάς, από την αίσθησί της, έκανα δικό μου ό,τι μπορούσα από την τόση εμπιστοσύνη, την ανεπιφύλακτη και παιδική χαρά της.



Κάνε με έτσι να ‘ρχομαι σε Σένα, με τέτοιο παιδικό ενθουσιασμό, αυτήν την απέραντη χαρά που νοσταλγώ, της εμπιστοσύνης κι επαφέσεως, σαν το παιδί που τρέχει μέσα στον ανίσκιωτό Σου κήπο, μέσα στη αυλή της αενάου Σου παρουσίας, τυλιγμένο τα πέπλα και τα τούλια της δροσερής Σου Χάριτος, και να μη γνωρίζω να φοβάμαι, ούτε να θέλω, ούτε να φεύγω, ούτε να Σου λέω Όχι, ούτε ν’ ανησυχώ, ούτε να μεριμνώ. Γένοιτο.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011


"I have come one step away from everything.
And here I stay, far from everything,
one step away."

Antonio Porchia, Voices

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Ψάχνω να βρω γιατί κλαίω. Ποιο είναι ακριβώς αυτό που φέρνει στην καρδιά μου αυτήν την απαρηγόρητη πίκρα.
Φιλάκια που τσιμπάνε, αξύριστα γένεια. Αεροδρόμια. Βαλίτσες ανοιγμένες πάνω στο κίτρινο πάτωμα ό,τι ώρα κι αν ήταν, παραγεμισμένες με πολύχρωμα ζαχαρωτά. Κάρτ ποστάλ, γενέθλια, και μαϊμουδάκια ντυμένα μπαλαρίνες. Μια άσκησι γεωμετρίας που εγώ ήθελα απλώς να λύσουμε και να τελειώνη και συ δεν ξεμπέρδευες ποτέ, λες κι όλος ο φιλοσοφικός κι επιστημονικός στοχασμός της ανθρωπότητος είχε πάρει αφορμή από μόνη αυτήν την χαζοασκησούλα. Η φωνή σου. Να μιλάς και να μιλάς και να μιλάς, ατέλειωτα. Κυριακές. Αμέτρητες και απέραντες Κυριακές. Η αλατιέρα πάνω στο άσπρο τραπεζομαντηλο της μάνας μου, το χέρι σου να γυροφέρνει ασυναίσθητα μια κούπα νες καφέ καθώς μιλούσες. Τ’ ανασηκωμένα φρύδια σου, το ζαρωμένο από την έκφρασι μέτωπο, τα βλέφαρά σου ν’ ανοιγοκλείνουν. Το σχήμα αυτό της ύπαρξης. Η μουσική που έχει γύρω της μια ύπαρξι ζωντανή. Εφημερίδες πλάι στο τζάκι. Αγουροξυπνημένα πρωινά στην ανθισμένη μας βεράντα. Το πακέτο τα τσιγάρα σου, το αποτύπωμα του αναπτήρα σου επάνω στην σκόνη στο κρύσταλλο του τραπεζιού, το γνώριμο χέρι σου, το τασάκι. Ν’απλώνω το χέρι μου και να σε ακουμπάω.
Όχι το ρολόι σου στο συρτάρι του κομοδίνου, όχι το πουκάμισό σου φυλαγμένο στην ντουλάπα μου από ανερμάτιστη αδυναμία να σταθώ όρθια μπροστά στο πάντα και στο ποτέ.
Η σιωπή που μένει όταν δεν είναι πια ο άνθρωπος. Όχι αυτή η ειρηνική ησυχία της κατάπαυσης των εσωτερικών θορύβων. Σκληρή και αδιαπραγμάτευτη και συμπαγής σιγή, αδιαπέραστη, του θανάτου. Και απομένει κανείς ν’αναμετρά την ύπαρξί του με τον Χρόνο, κυττάζω την ζωή μου από ψηλά και προσπαθώ να λογικεύσω τον έντρομο εαυτό μου. Αλλά «όλο το κτιστό Είναι, με τη σφραγίδα της φθοράς ήδη απ’ αρχής, παρουσιάζεται χωρίς νόημα, βυθισμένο στον γνόφο του θανάτου».

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Αγάπησε ψυχή μου την ευλογημένη πείνα, την ευλογημένη νύστα, την ευλογημένη δίψα, την ευλογημένη κούρασι, την ευλογημένη βία στον εαυτό σου. Αγάπησε τα πονεμένα χέρια και πόδια και αγάπησε την ευλογημένη εξάντλησι. Τα μάτια που καίνε από την αϋπνία, τα βλέφαρα που βαραίνουν, το σώμα που κρυώνει από την πείνα και την αγρύπνια. Αγάπησε το ευλογημένο "όχι" στα θελήματά σου, κι όλα αυτά τα όχι, οι ακλινείς αρνήσεις σου, υπόμεινε καρτερικά, μέχρι να μεταμορφωθούν σε μια τεράστια και ανεπιφύλαχτη κατάφασι, αυτά τα όχι είναι φτιαριές που ανοίγουν δρόμο στο χιόνι, είναι εκσκαφείς της χερσωθείσας σου καρδιάς, άνοιγε με τα όχι σου ψυχή μου δρόμο, γενναία, σιωπηλά, εδραία, ανυποχώρητα, φώναζε τα όχι σου στα μούτρα των προτεινόμενων ψευτοπαραδείσων που σου κουνάει κάτω απ'τη μύτη ο φονιάς σου. Γίνου αγρίμι, γίνου ξένη, γίνου ο ερημίτης ο γυμνός και ανυπόδητος και αόρατος και ξένος, που κάθεται μέσα στις οπές της γης και γυρίζει σαν το κατσίκι στους βράχους και από την ξενιτεία οι τρόποι του έγιναν τραχείς σαν του θηρίου και τα μάτια του αθώα και καθαρά σαν του παιδιού και το βλέμμα του που χαμηλώνει πάνω στα λιθάρια και τα χόρτα βλέπει την Οικουμένη και αγαπάει την, "ως εαυτόν". Γίνου λιοντάρι που βρυχάται και πάλεψε να σπάσεις τα δεσμά σου, μη συμβιβασθής, μη βαρεθείς να πολεμάς, μη κουρασθής, μη αποκάμης. Διαρρήξωμεν τους δεσμούς αυτών και απορρίψωμεν αφ' ημών τον ζυγόν αυτών.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Δώρα. Ανάκατα... 1


- κόκκινες καμπανούλες πιπεριές στην γλάστρα έξω απ'το παράθυρό μου
- το "ταμείον" μου
- μια γελαστή φωτογραφία πάνω στο γραφείο μου
- οικείες φωνές πίσω από κλειστές πόρτες
- μια συννεφιασμένη μέρα με φως παράξενο, πλάγιο, πράο μέσ' απ'τα άσπρα σύννεφα
- οι κούπες του σπιτιού μου στα χέρια των αδελφών μου στην εκκλησία.
- ο Εσπερινός του χειμώνα, που είναι μυστικός, σταυροαναστάσιμος, που τρέμει επάνω στο μεταίχμιο της μέρας με την νύχτα, κουρνιασμένος στις παρυφές του σκοταδιού με το μικρό, κρυφό, ζεστό του φως να ρέει ήσυχα και γλυκά, να μαρτυράει την Ανάστασι.
- η νύχτα, η ησυχία και μοναξιά της νύχτας, η ανάγνωσι και η προσευχή της νύχτας, που τίποτε δεν την διακόπτει κι ενοχλεί. Το πως ενώνεσαι την νύχτα με τον κόσμο που κοιμάται, εσύ που αγρυπνάς. Μέσα σ' ένα κλειστό δωμάτιο μια ήσυχη νύχτα μπορείς να ίπτασαι πάνω απ'την πόλι μέσα στην απέραντη σιγή, να κυττάς με νοερό όμμα τους ανθρώπους, να πετάς σε πολιτείες ξένες, εκεί που τώρα ξυπνούν, εκεί που ο ήλιος λάμπει, να πετάς γύρω απ' τον κόσμο και να μη ξέρεις πια τι είναι ο χρόνος, η μέρα και η νύχτα. Να προσεύχεσαι του Θεού μέσα στην νύχτα.
- η μυρωδιά του χειμερινού αέρα, καθώς γυρνάω σπίτι το βράδυ, υγρασία, καμένο ξύλο, χώμα και πικροδάφνες και μια μικρή γαζία στη γωνία στο πεζοδρόμιο.
- ένα σημείωμα με ορνιθοσκαλίσματα που περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας
- η μυρωδιά των σιδερωμένων ρούχων
- τα "όχι" του Θεού. Ένα Σου "όχι" το φυλάω με τόση ευγνωμοσύνη στην καρδιά μου όση δε γέννησαν μέσα μου όλα τα συγκαταβατικά Σου "Ναι". Κι όχι πάντα γιατί κατάλαβα την αιτία του, όχι γιατί είδα μέσα του την σκοπιμότητά Σου την προς το συμφέρον μου. Τίποτε απ' αυτά. Αλλά γιατί με φέρνει κοντά Σου πιο πολύ απ' το οτιδήποτε, με βεβαιώνει για την σταθερή Σου παρουσία, ο πόνος της ευθυγραμμίσεως με την άρνησί σου με σμιλεύει, με αλλάζει, με μορφώνει, με οδηγεί σ' αυτό που με έπλασες να είμαι και που προσδοκάς, με την συνέργειά Σου, να το μορφώσω. Τα "όχι" Σου γκρεμίζουν είδωλα και κούφιες φαντασίες, τρυπούν τα ψέματα σα σαπουνόφουσκες. Όταν μου λες "Όχι" δεν φοβάμαι γιατί ξέρω πως είμαι στα χέρια Σου, το καταλαβαίνω τότε εναργέστερα από ποτέ άλλοτε. Σ' ευχαριστώ Κύριέ μου για τα "όχι" σου.

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Όρθρος



Να περπατάω την Κυριακή το πρωί προτού χαράξει, μέσα στη βαθειά σιγή της αναστάσιμης αυγής, πριν θραύσει το σκοτάδι η πρώτη αχνή ακτίνα, πριν αρχίσουν τα πρωινά τιτιβίσματα των πουλιών, όταν όλα περιμένουν χωρίς ανάσα την ανεπαίσθητη αυτή μετάβασι απ'την νύχτα στη μέρα, να περπατάω, προφυλαγμένα, ταπεινά, μη ραγίσω τη σιωπή, να βαδίζω πάνω στήν υγρή άσφαλτο, με το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" να επιπλέει πάνω από το κεφάλι μου σα νεφέλη, φθάνω μέσα στην Εκκλησία, με τυλίγει αμέσως η μυρωδιά των κεριών, οι γλυκειές φλόγες των καντηλιών που πλέουν μετέωρες μέσα στο σκοτάδι, η προσευχή του εσπερινού και του αποδείπνου της προηγούμενης που έχει στρωθεί σαν πάχνη πάνω στα στασίδια, στα προσκυνητάρια και τους τοίχους. Ιδού σκοτία και πρωί. Μαλακά βήματα και θροίσματα, βαθύσκιωτες μορφές που γλιστρούν αθόρυβα ανάμεσα στις καμάρες και τις άγιες Εικόνες, και μετά το Ευλογητός ο Θεός ημών, ο εξάψαλμος, βραχνός, εξερευνητικός των μυχιετάτων της καρδιάς σπηλαίων, εσωστρεφής και σοβαρός, άβυσσος άβυσσον επικαλείται, τον Άχρονο και Αναφή και Αιώνιο Πλάστη ο άνθρωπος μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, μέσα στο σκοτάδι της καρδιάς, ψάχνει να τον ψηλαφήσει, να σκαρφαλώσει επάνω του, με λαίμαργα χέρια να ψηλαφήσει τον Χαρακτήρα της Μορφής Του, μέσα στο βαθύ σκοτάδι και την ιερή σιγή της βαθειάς καρδιάς.

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010


Λέγεις ότι με αγαπάς,
και την άλλη μέρα που εγώ φεύγω,
εσύ στενοχωριέσαι και κλαις.
Η αγάπη σου ήταν μία ακολασία εγωισμού,
η αγάπη σου ήταν ένα τρικύμισμα του ατόμου σου,
ένα στήσιμο του ειδώλου σου,
μία απάτη.

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
"Περί Ζωής Λόγος Ελπίδος"

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

σαν Κυριακή


Ήταν σαν Κυριακή στο σπίτι. Έτσι ήταν, το ‘πες κιόλας, δεν μπορώ ποτέ να το λησμονήσω. Το μεσημεριανό τραπέζι μαζεμένο, τα πιάτα να στραγγίζουν, τα παράθυρα μισάνοιχτα, γερμένα, το φως να μπαίνει από παντού κι ο αέρας εκείνος και τα νερά. Ταινία στην τηλεόραση, εφημερίδες, κλωστές και κεντήματα και μια όμορφη σπιτίσια ησυχία, απ’ αυτή που σε τυλίγει και σε αποκοιμίζει σα μωρό. Όλα έχουν γίνει, όλα είναι στην θέσι τους, χαμηλές φωνές, χαμόγελα οικεία, λόγια στρογγυλά και δίχως προσπάθεια, δίχως προεκτάσεις. Κατάπαυσι. Και η αναπόφευκτη βεβαιότητα ότι η μέρα είναι στην δύσι της, γλιστράει και φεύγει.

Θυμάμαι που σε παρατηρούσα στην μακρυνή εκείνη πολυθρόνα, μ’ έκφραση ήσυχη και πραεία, σαν αθώου παιδιού, να λες αυτά τα όλο αγάπη λόγια. Εκείνη η μέρα ήταν λουσμένη στο φως, έλαμπε ήσυχα και γλυκά χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς αναμονές, χωρίς άλλα νοήματα, παρά μόνο ένα, πως υπήρξε. Βαφτίστηκα μέσα της, πατούσα μέσα της σιγανά και ταπεινά, μην την χαλάσω, μην την αλλάξω, μην την βγάλω από την τροχιά της. Απορροφήθηκα στο φως, την τρεμάμενη χαρά μιας ήσυχης μέρας, με λόγια, με βλέμματα απλά, με κουβέρτες και βιβλία στον καναπέ, με ένα κόκκινο φεγγάρι που ανέτειλε μέσα από το βουνό.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο

Βράδυ Σαββάτου, "ταβέρνα με μουσική" στου Ψυρρή, δίσκοι με λουλούδια (τα οποία απ' ότι πληροφορούμαι σύχναζαν προηγουμένως σε νεκρώσιμα στέφανα στα ανά την αττική νεκροταφεία), τσιφτετέλι πάνω στα τραπέζια, και η τραγουδίστρια ξεφωνίζει μέσα στα έκπληκτα αυτιά μου

" Αγάπη που 'γινες Σώμα κι Αίμα
χωρίς Εσένα όλα είναι ξενιτειές

Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθω..."

Και με τύλιξε σαν ομίχλη και σαν φως από παντού αυτό το " ο εμός έρως εσταύρωται ".

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Ίσκιοι και χαμόγελα παντού


Η γλυκειά ζεστασιά του γέλιου σου, η φωνή σου μπερδεμένη με τις φωνές των παιδιών, τα μαλλιά σου ανακατεμένα στις αγκαλιές τους, η βαθειά σιωπή της αγάπης, η βαθειά και άκρα σιωπή της στιγμής που περνάει, που όμως την ζήσαμε, και θα ξαναπετάξη από πάνω της κάποια Ημέρα η ψυχή μας, ελεύθερη κι ελαφριά, καινούρια, νεογέννητη, θα ατενίση από ψηλά την αίσθησί της, θα την ζυγίση, θα την δει όπως πράγματι είναι, θα την ζήση πάλι.

"Ίσκιοι και χαμόγελα παντού".

Αυτή εδώ η θάλασσα λάμπει, αντιφεγγίζει το ήσυχο και πράο φως της συννεφιάς, είναι μεγάλη, απέραντη, και το βαρύ πλεούμενο που την διαβαίνει δεν την αλλάζει, γλιστράει δειλό επάνω της κι αυτή δεν έχει "παραλλαγή και τροπής αποσκίασμα". Είναι μεγάλη και βαθειά και ήσυχη και ίδια.

Ψυχή μου, ψυχή μου, γίνου μεγάλη και βαθειά και ήσυχη και ίδια.

" Να πετάς ψηλά και να ξέρεις το νόημα της καλοσύνης και της αγάπης.Μη πάψης ποτέ να δουλεύης πάνω στην Αγάπη". -

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Το εραστόν της καρδιάς μου Πρόσωπον

«Η ἔμφαση στὴν ἀρχή, ἀκριβῶς ἐπειδὴ συνδυάζεται μὲ ἔμφαση στὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀμοιβαία αὐτοθυσία, παιδαγωγεῖ στὴν ἀγάπη, γιὰ τὴν ὁποία ἀρχὴ εἶναι πάντοτε ὁ ἄλλος. Μόνο ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀγάπη γίνεται λόγος γιὰ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις.»

Να γίνης η Αρχή μου. Να άρξης, να βασιλεύσης επί του επαναστατημένου εαυτού μου, «σαν αυτοκράτωρ, σαν Παντοδύναμος». Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά Σου. Δεν θέλω να έχω έναντί Σου κανένα «δικαίωμα». Όλος να γίνω υποχωρητικός και ευσμίλευτος. Να σου παραχωρήσω τα πάντα. Όπως στον μέγιστα ηγαπημένο, στον πέρα από κάθε δικαίωμα και απαίτησι και επιφύλαξι ηγαπημένο. Να γίνης το εραστόν της καρδιάς μου Πρόσωπο. Σε Εσένα να αποβλέπω, να ψάχνω πώς να μη σ’ ενοχλώ, πώς να σου αρέσω και πώς να κάνω ό,τι μου ζητάς κι ό,τι παρατηρώ πως σε ευαρεστεί. Κι όταν μου αποκαλύπτεις την θέλησί σου, να είναι μεγαλύτερη η χαρά μου που βρήκα τρόπο να σ’ ευχαριστήσω, από την δυσχέρεια της απαιτήσεώς σου, από την αντίστασι της στρεβλωμένης μου θελήσεως και του εγωισμού μου. Κάνε μου αισθητή και εύληπτη την υπέρ νουν και αίσθησιν αγάπη σου για μένα και κάνε με, όπως σε άνθρωπο πολυαγαπημένο, να μην διατηρώ απέναντί σου καμμιά άμυνα, καμμιά επιφύλαξι, και να είμαι σαν παιδί μπροστά σου. Αυτό έχει μέσα του ειρήνη, τότε ό,τι μου ζητάς θα είναι ελαφρύ και ποθητό, όταν «οπίσω του έρωτός Σου έλθω εκ του κόσμου τούτου». Όταν Σε αγαπήσω, τότε θα φτιάξουν όλα. Αποκάλυψέ μου τον Εαυτό Σου, σάρωσε όλα τα σκουπίδια που έχω μέσα στην καρδιά μου. Δώσε μου τον τρόπο να καθάρω τον εαυτό μου για Σένα, να γίνω όπως με θες και όπως μου προώρισες να είμαι. Να παρέλθη η σκιά του νόμου, ελθούσης της Χάριτός Σου. Να σ’ ερωτευθώ.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Γεννάμε αγάλματα


Αντίο να σου πω τώρα που φεύγεις από δω, αν και τόσο λίγο ιδωθήκαμε. Ήρθα με μια χούφτα βρεγμένα γιασεμιά μπροστά σου, μπροστά στο μεγαλείο του "για πάντα", μπροστά στο μεγαλείο ενός πάλλευκου προσώπου που το κυττάζουμε για τελευταία φορά. Μικραίνει ο άνθρωπος μπροστά στο "πάντα", γίνεται μια τόση δα κουκίδα. Κι εγώ, άνθρωπος ξένος και μικρός, ήρθα μπροστά στο τελευταίο σου άγαλμα, το τελευταίο άγαλμα που έφτιαξες με την μορφή σου, "γεννάμε αγάλματα κάθε στιγμή που περνάει". Ήρθα με την παράξενη ομπρέλα μου και με την μαύρη φορεσιά μου και στάθηκα μπροστά σου πλήρης απορίας και θάμβους. Μπερδεύτηκα ανάμεσα στα δακρυσμένα των δικών σου πρόσωπα, και έγινα μια τόση δα κουκίδα που δεν την έβλεπε κανείς, παρά μόνο ένα ζευγάρι αγαπημένα μάτια. Και δάκρυζα ολοένα, χωρίς να καλοξέρω το γιατί. Όχι για σένα, μα για ένα άδειο σπίτι μάλλον, και για όποιον θα έπρεπε να γυρίσει εκεί μέσα.
Άσπρα βρεγμένα γιασεμιά, πλάι στο λευκό σου πρόσωπο, κομμένα από τον φράχτη του σπιτιού των παιδικών μου χρόνων.
Κι η ευωδία απ' τα γιασεμιά, κι η αναστάσιμη ευωδία του ύπνου σου, Φως Άσπρο κι άσπρα γιασεμιά και το λευκό σου πρόσωπο και δυο χέρια λευκά που τρέμαν μέσα στη βροχή και τον αέρα του Νοεμβρίου, μα που ξέρω πως αύριο θα ψηλαφίσουν πάνω στο τελευταίο άγαλμά σου την Ανάστασι, μπερδεύτηκαν και χτίσαν την τελευταία από σένα ανάμνησί μου. Αντίο

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

προσευχή

Πώς σκύβεις το άχρονο και απερίγραπτο κεφάλι σου, “εν περιγραπτή σαρκί” , πάνω από την χωμάτινη ζωή μου; Πώς κυττάζεις με τόση ευσπλαγχνία την από Εσέ αποστασία των ροπών της καρδιάς μου; Πώς αγκαλιάζεις με πατρική –μάλλον δε, μητρική- στοργή την ένδεια, τις ανάγκες, τα θελήματά μου, τα παιδιάστικα πείσματα, και τις αδυναμίες μου, το μπαϊράκι που σηκώνω κάθε τόσο και κάνω τα δικά μου, πώς τα ανέχεσαι και πώς τα θεραπεύεις και τα διακονείς με την πάνσοφη και ταπεινή Αγάπη Σου; Η καρδιά μου, φθηνή πόρνη που εξέπεσε από τον υψηλό της θρόνο, από την άχραντο παστάδα του γάμου της με τον Τέλειο Νυμφίο της, απομακρύνθηκε, Σε ξέχασε, γυρίζει αλλού, χαρίζει τον εαυτό της στις «ευπερίστατες» αγάπες της, στις μάταιες, τις ξένες, τις ψεύτικες. Φθηνή πόρνη. Σε μια ευγενέστερη αποτύπωσι, σκληρό μικρό παιδί που ξέρει μόνο τα θελήματά του και δεν κατανοεί την αγνωμοσύνη και την προδοσία. Πώς με αγαπάς και πώς με περιβάλλεις με την Ύπαρξί Σου? Έρχομαι μπροστά Σου κάθε τόσο, με τα…αιτήματά μου. Τι να αποθέσω μπροστά στο πράο και όλο αγάπη Βλέμμα Σου; Τι να Σου «ζητήσω», τι να Σου υποδείξω, τι να σου πω; Είμαι όλος μπροστά Σου, είμαι όλος μέσα Σου. Έρχομαι μπροστά σου με τις επιθυμίες μου, με τις μικρές, πικρές μου επιθυμίες, τις γυμνές από το μεγαλείο του «μέλλοντος αιώνος». Θνητές, χαμερπείς, και ολοτελώς «στα μέτρα μου». Έρχομαι να στις αραδιάσω, και να σε παρακαλέσω δήθεν, ή ίσως και όχι, μόνο να στις αραδιάσω. Αλλά με συντρίβει η αίσθησι της πρόνοιάς σου, η ζεστασιά της αγάπης σου, δε μ’ αφήνει να σου ζητήσω τίποτα, ντρέπομαι, ντρέπομαι την άφραστη μεγαλοπρέπειά σου, τα θαυμασια σου, τα υπερλάμποντά σου θαύματα. Εσύ γνωρίζεις Κύριε, γνωρίζεις την καρδιά μου, τα γνωρίζεις όλα. Σύ πάντα οίδας. Βλέπεις αυτά που θέλω, αυτά που φοβάμαι, αυτά που ελπίζω, αυτά που δεν κατορθώνω, αυτά που με πικραίνουν, αυτά που δε μπορώ ν’ ανατρέψω, αυτά που με νικούν, αυτά που προσδοκώ, αυτά για τα οποία κάνω και αυτά για τα οποία δεν κάνω, Εσύ με έπλασες με τα Χέρια Σου, είμαι η πνοή Σου, είμαι όλος δικός Σου. Όλος δικός Σου όταν Σε ψάχνω, όταν Σε ακούω, όταν Σε θυμάμαι, όταν Σε νοιώθω. Όλος δικός σου κι όταν Σε ξεχνάω, όταν Σε αψηφώ, όταν Σου θυμώνω, όταν Σου γκρινιάζω, όταν Σε φοβάμαι, όταν Σε αποφεύγω. Είμαι όλος δικός Σου, Εσύ τα γνωρίζεις όλα.

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Τελευταία ανάσα Κυριακής

Είναι στιγμές που απλώνεται μέσα μου ανατέλλουσα η απλή και ήσυχη και συντριπτική αλήθεια πως είμαι ένα τίποτα. Μου εμφανίζεται μία σαφής εικόνα του εαυτού μου, η "απόλυτη" εικόνα του. Όχι εν συγκρίσει με τους άλλους. Ούτε καν εν συγκρίσει προς τον Θεό. Αλλά μάλλον "ενώπιον του Θεού". Με βλέπω.
Μετά αυτό φεύγει.Αδυσώπητα και αναπότρεπτα, όπως ήρθε. Πασχίζω να διατηρήσω κάτι απ' αυτήν την γνώσι.Την μνήμη της ή έστω την αίσθησί της. Είναι αδύνατον. Γλιστράει από πάνω μου σαν νερό που στέγνωσε, φεύγει και αφήνει πίσω την πρότερη κενή πραγματικότητά μου. Αν αφήνει κάτι μέσα μου ή αν επιφέρει κάποια μεταβολή, γίνεται μυστικά και δεν το παίρνω είδησι.
Είναι μεγάλη και σκληρή απώλεια γιατί αυτές οι στιγμές είναι αληθινές και φέρνουν μαζύ τους μεγάλη και πλούσια η σ υ χ ί α, με καθαίρουν, με κάνουν να πατάω στο χώμα, είναι η μόνη ειρήνη που έχω γνωρίσει. Ησυχία και ειρήνη και μια έμπονος χαρά, όπως είναι η γη σιωπηλή και λευκή και όμορφη όταν έχει χιονίσει.
Νομίζω ότι είναι τόσο δύσκολο να κρατηθούν ή να επαναληφθούν γιατί αν εγκαθίσταντο μονίμως αυτό θα ήταν ίσως η τ α π ε ί ν ω σ ι.-

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Χώμα και Νερό

Προτού χαράξει άνοιξα την πόρτα και βγήκα στην αυλή. Κάθησα στο καγκελένιο σκαλάκι και περίμενα. Έσκυψα το κεφάλι μου και περίμενα. Σε λίγο άρχισε ήσυχα ήσυχα να ψιχαλίζει. Δεν σάλεψα καθόλου. Κάθησα εκεί, μέσα στον κήπο, πλάι στα δέντρα, πάνω στο χώμα, ως να ήμουν η γάτα μου, ή ένα σαλιγκάρι. Κυττούσα τα δέντρα, τα κυττούσα να στέκονται πάντα, να καταπίνουν την βροχή.
Κάνε με να είμαι δέντρο, κάνε με ένα δέντρο, να καταπίνω την βροχή Σου, και να καρπίζω και να βλασταίνω και να ψηλώνω και να Σε φθάσω. Κάνε με να στέκομαι ήσυχα εκεί που βρίσκομαι, και να μην ξέρω να θέλω, παρά μόνο να ξέρω να ζω, και μόνο να Σε περιμένω.
Γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου