Τρίτη 1 Μαρτίου 2011
Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011
Δώρα. Ανάκατα... 1

- κόκκινες καμπανούλες πιπεριές στην γλάστρα έξω απ'το παράθυρό μου
- το "ταμείον" μου
- μια γελαστή φωτογραφία πάνω στο γραφείο μου
- οικείες φωνές πίσω από κλειστές πόρτες
- μια συννεφιασμένη μέρα με φως παράξενο, πλάγιο, πράο μέσ' απ'τα άσπρα σύννεφα
- οι κούπες του σπιτιού μου στα χέρια των αδελφών μου στην εκκλησία.
- ο Εσπερινός του χειμώνα, που είναι μυστικός, σταυροαναστάσιμος, που τρέμει επάνω στο μεταίχμιο της μέρας με την νύχτα, κουρνιασμένος στις παρυφές του σκοταδιού με το μικρό, κρυφό, ζεστό του φως να ρέει ήσυχα και γλυκά, να μαρτυράει την Ανάστασι.
- η νύχτα, η ησυχία και μοναξιά της νύχτας, η ανάγνωσι και η προσευχή της νύχτας, που τίποτε δεν την διακόπτει κι ενοχλεί. Το πως ενώνεσαι την νύχτα με τον κόσμο που κοιμάται, εσύ που αγρυπνάς. Μέσα σ' ένα κλειστό δωμάτιο μια ήσυχη νύχτα μπορείς να ίπτασαι πάνω απ'την πόλι μέσα στην απέραντη σιγή, να κυττάς με νοερό όμμα τους ανθρώπους, να πετάς σε πολιτείες ξένες, εκεί που τώρα ξυπνούν, εκεί που ο ήλιος λάμπει, να πετάς γύρω απ' τον κόσμο και να μη ξέρεις πια τι είναι ο χρόνος, η μέρα και η νύχτα. Να προσεύχεσαι του Θεού μέσα στην νύχτα.
- η μυρωδιά του χειμερινού αέρα, καθώς γυρνάω σπίτι το βράδυ, υγρασία, καμένο ξύλο, χώμα και πικροδάφνες και μια μικρή γαζία στη γωνία στο πεζοδρόμιο.
- ένα σημείωμα με ορνιθοσκαλίσματα που περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας
- η μυρωδιά των σιδερωμένων ρούχων
- τα "όχι" του Θεού. Ένα Σου "όχι" το φυλάω με τόση ευγνωμοσύνη στην καρδιά μου όση δε γέννησαν μέσα μου όλα τα συγκαταβατικά Σου "Ναι". Κι όχι πάντα γιατί κατάλαβα την αιτία του, όχι γιατί είδα μέσα του την σκοπιμότητά Σου την προς το συμφέρον μου. Τίποτε απ' αυτά. Αλλά γιατί με φέρνει κοντά Σου πιο πολύ απ' το οτιδήποτε, με βεβαιώνει για την σταθερή Σου παρουσία, ο πόνος της ευθυγραμμίσεως με την άρνησί σου με σμιλεύει, με αλλάζει, με μορφώνει, με οδηγεί σ' αυτό που με έπλασες να είμαι και που προσδοκάς, με την συνέργειά Σου, να το μορφώσω. Τα "όχι" Σου γκρεμίζουν είδωλα και κούφιες φαντασίες, τρυπούν τα ψέματα σα σαπουνόφουσκες. Όταν μου λες "Όχι" δεν φοβάμαι γιατί ξέρω πως είμαι στα χέρια Σου, το καταλαβαίνω τότε εναργέστερα από ποτέ άλλοτε. Σ' ευχαριστώ Κύριέ μου για τα "όχι" σου.
Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010
Καὶ ἔσται ἐν τῷ συννεφεῖν με νεφέλας ἐπὶ τὴν γῆν, ὀφθήσεται τὸ τόξον ἐν τῇ νεφέλῃ

ὃ ἐγὼ δίδωμι ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν
καὶ ἀνὰ μέσον πάσης ψυχῆς ζώσης,
ἥ ἐστι μεθ᾿ ὑμῶν εἰς γενεὰς αἰωνίους·
τὸ τόξον μου τίθημι ἐν τῇ νεφέλῃ,
καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ τῆς γῆς.
καὶ ἔσται ἐν τῷ συννεφεῖν με νεφέλας ἐπὶ τὴν γῆν,
ὀφθήσεται τὸ τόξον ἐν τῇ νεφέλῃ,
καὶ μνησθήσομαι τῆς διαθήκης μου,
ἥ ἐστιν ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν,
καὶ ἀνὰ μέσον πάσης ψυχῆς ζώσης ἐν πάσῃ σαρκί,
καὶ οὐκ ἔσται ἔτι τὸ ὕδωρ εἰς κατακλυσμόν,
ὥστε ἐξαλεῖψαι πᾶσαν σάρκα.
καὶ ἔσται τὸ τόξον μου ἐν τῇ νεφέλῃ,
καὶ ὄψομαι τοῦ μνησθῆναι διαθήκην αἰώνιον
ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ τῆς γῆς
καὶ ἀνὰ μέσον ψυχῆς ζώσης ἐν πᾶσι σαρκί, ἥ ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς.
καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς τῷ Νῶε·
τοῦτο τὸ σημεῖον τῆς διαθήκης, ἧς διεθέμην ἀνὰ μέσον ἐμοῦ
καὶ ἀνὰ μέσον πάσης σαρκός, ἥ ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς.
Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010
Όρθρος
Να περπατάω την Κυριακή το πρωί προτού χαράξει, μέσα στη βαθειά σιγή της αναστάσιμης αυγής, πριν θραύσει το σκοτάδι η πρώτη αχνή ακτίνα, πριν αρχίσουν τα πρωινά τιτιβίσματα των πουλιών, όταν όλα περιμένουν χωρίς ανάσα την ανεπαίσθητη αυτή μετάβασι απ'την νύχτα στη μέρα, να περπατάω, προφυλαγμένα, ταπεινά, μη ραγίσω τη σιωπή, να βαδίζω πάνω στήν υγρή άσφαλτο, με το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" να επιπλέει πάνω από το κεφάλι μου σα νεφέλη, φθάνω μέσα στην Εκκλησία, με τυλίγει αμέσως η μυρωδιά των κεριών, οι γλυκειές φλόγες των καντηλιών που πλέουν μετέωρες μέσα στο σκοτάδι, η προσευχή του εσπερινού και του αποδείπνου της προηγούμενης που έχει στρωθεί σαν πάχνη πάνω στα στασίδια, στα προσκυνητάρια και τους τοίχους. Ιδού σκοτία και πρωί. Μαλακά βήματα και θροίσματα, βαθύσκιωτες μορφές που γλιστρούν αθόρυβα ανάμεσα στις καμάρες και τις άγιες Εικόνες, και μετά το Ευλογητός ο Θεός ημών, ο εξάψαλμος, βραχνός, εξερευνητικός των μυχιετάτων της καρδιάς σπηλαίων, εσωστρεφής και σοβαρός, άβυσσος άβυσσον επικαλείται, τον Άχρονο και Αναφή και Αιώνιο Πλάστη ο άνθρωπος μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, μέσα στο σκοτάδι της καρδιάς, ψάχνει να τον ψηλαφήσει, να σκαρφαλώσει επάνω του, με λαίμαργα χέρια να ψηλαφήσει τον Χαρακτήρα της Μορφής Του, μέσα στο βαθύ σκοτάδι και την ιερή σιγή της βαθειάς καρδιάς.
Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010
Σοφία Σειράχ - Από το Αρχείο: εις υπόμνησιν.
εἰ προσέρχῃ δουλεύειν Κυρίῳ Θεῷ,
ἑτοίμασον τὴν ψυχήν σου εἰς πειρασμόν.
Εὔθυνον τὴν καρδίαν σου
καὶ καρτέρησον
καὶ μὴ σπεύσῃς ἐν καιρῷ ἐπαγωγῆς.
Κολλήθητι Αυτῷ καὶ μὴ ἀποστῇς,
ἵνα αὐξηθῇς ἐπ’ ἐσχάτων σου.
Πᾶν ὅ ἐὰν ἐπαχθῇ σοι δέξαι
καὶ ἐν ἀλλάγμασι ταπεινώσεώς σου μακροθύμησον.
Ὅτι ἐν πυρὶ δοκιμάζεται χρυσὸς
καὶ ἄνθρωποι δεκτοὶ
ἐν καμίνῳ ταπεινώσεως.
β ΄ 1-5
Ἐμβλέψατε εἰς ἀρχαίας γενεὰς καὶ ἴδετε.
Τὶς ἐνεπίστευσε τῷ Κυρίῳ καὶ κατησχύνθη;
ἤ τὶς ἐνέμεινε τῷ φόβῳ Αὐτοῦ καὶ ἐγκατελείφθη;
ἤ τὶς ἐπεκαλέσατο Αὐτὸν καὶ ὑπερεῖδεν Αὐτόν;
διότι οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος
καὶ ἀφίησι ἁμαρτίας
καὶ σώζει ἐν καιρῷ θλίψεως.
β ΄ 10-11
Ανηρτήθη για πρώτη φορά την Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2010
Σάββατο 19 Ιουνίου 2010
σαν Κυριακή
Ήταν σαν Κυριακή στο σπίτι. Έτσι ήταν, το ‘πες κιόλας, δεν μπορώ ποτέ να το λησμονήσω. Το μεσημεριανό τραπέζι μαζεμένο, τα πιάτα να στραγγίζουν, τα παράθυρα μισάνοιχτα, γερμένα, το φως να μπαίνει από παντού κι ο αέρας εκείνος και τα νερά. Ταινία στην τηλεόραση, εφημερίδες, κλωστές και κεντήματα και μια όμορφη σπιτίσια ησυχία, απ’ αυτή που σε τυλίγει και σε αποκοιμίζει σα μωρό. Όλα έχουν γίνει, όλα είναι στην θέσι τους, χαμηλές φωνές, χαμόγελα οικεία, λόγια στρογγυλά και δίχως προσπάθεια, δίχως προεκτάσεις. Κατάπαυσι. Και η αναπόφευκτη βεβαιότητα ότι η μέρα είναι στην δύσι της, γλιστράει και φεύγει.
Θυμάμαι που σε παρατηρούσα στην μακρυνή εκείνη πολυθρόνα, μ’ έκφραση ήσυχη και πραεία, σαν αθώου παιδιού, να λες αυτά τα όλο αγάπη λόγια. Εκείνη η μέρα ήταν λουσμένη στο φως, έλαμπε ήσυχα και γλυκά χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς αναμονές, χωρίς άλλα νοήματα, παρά μόνο ένα, πως υπήρξε. Βαφτίστηκα μέσα της, πατούσα μέσα της σιγανά και ταπεινά, μην την χαλάσω, μην την αλλάξω, μην την βγάλω από την τροχιά της. Απορροφήθηκα στο φως, την τρεμάμενη χαρά μιας ήσυχης μέρας, με λόγια, με βλέμματα απλά, με κουβέρτες και βιβλία στον καναπέ, με ένα κόκκινο φεγγάρι που ανέτειλε μέσα από το βουνό.
