Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012



Τὸ μόνο ποὺ θέλω εἶναι νὰ εἶμαι ἄνθρωπος χωρὶς ἐπίθετο. Δὲν ξέρω ἄν θὰ τὰ καταφέρω ὅλο τὸ ζήτημα εἶναι πῶς ν’ ἀπογυμνωθεῖ κανείς.


Γιῶργος Σεφέρης, Μέρες Β’ , σελ.59


Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011


Βελονιά και Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.


Τούλια και κορδέλες και πολύχρωμες χάντρες, ένας κήπος με ψηλά δέντρα και λουλούδια και γρασίδι, στιγμές ασπρόμαυρες να χορεύουν στον φθινοπωρινό αέρα κρεμασμένες από άσπρες κορδέλες, μια νύφη κοριτσάκι που έκανε τον γάμο της παιδικό πάρτυ με μπαλόνια και χωνάκια παγωτό, που χόρευε όπως στο σχολείο πιασμένη κύκλο με τα παρανυφάκια, κι έτρεχε όλη την νύχτα μέσα στον κήπο από τη μία αγκαλιά στην άλλη μπουρδουκλωμένη μέσα στα τούλια και τα πέπλα της που δεν ήθελε να τα βγάλει από πάνω της. Μ’ ένα πλατύ πλατύ χαμόγελο, μέσα στο άσπρο της φουστάνι ξεκίνησε αρματωμένη με υπερβολή χαράς μια ζωή που δεν υποψιάζεται ούτε γνωρίζει.

Μάζεψα ό,τι μπορούσα από την αφελή της χάρι, τόση αθώα παιδικότητα που κατάπιε κι εξαφάνισε την γυναικεία ματαιοδοξία κι αυταρέσκεια, φύλαξα ό,τι μπορούσα από την ανάσα εκείνης της βραδυάς, από την αίσθησί της, έκανα δικό μου ό,τι μπορούσα από την τόση εμπιστοσύνη, την ανεπιφύλακτη και παιδική χαρά της.



Κάνε με έτσι να ‘ρχομαι σε Σένα, με τέτοιο παιδικό ενθουσιασμό, αυτήν την απέραντη χαρά που νοσταλγώ, της εμπιστοσύνης κι επαφέσεως, σαν το παιδί που τρέχει μέσα στον ανίσκιωτό Σου κήπο, μέσα στη αυλή της αενάου Σου παρουσίας, τυλιγμένο τα πέπλα και τα τούλια της δροσερής Σου Χάριτος, και να μη γνωρίζω να φοβάμαι, ούτε να θέλω, ούτε να φεύγω, ούτε να Σου λέω Όχι, ούτε ν’ ανησυχώ, ούτε να μεριμνώ. Γένοιτο.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011


"I have come one step away from everything.
And here I stay, far from everything,
one step away."

Antonio Porchia, Voices

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Ψάχνω να βρω γιατί κλαίω. Ποιο είναι ακριβώς αυτό που φέρνει στην καρδιά μου αυτήν την απαρηγόρητη πίκρα.
Φιλάκια που τσιμπάνε, αξύριστα γένεια. Αεροδρόμια. Βαλίτσες ανοιγμένες πάνω στο κίτρινο πάτωμα ό,τι ώρα κι αν ήταν, παραγεμισμένες με πολύχρωμα ζαχαρωτά. Κάρτ ποστάλ, γενέθλια, και μαϊμουδάκια ντυμένα μπαλαρίνες. Μια άσκησι γεωμετρίας που εγώ ήθελα απλώς να λύσουμε και να τελειώνη και συ δεν ξεμπέρδευες ποτέ, λες κι όλος ο φιλοσοφικός κι επιστημονικός στοχασμός της ανθρωπότητος είχε πάρει αφορμή από μόνη αυτήν την χαζοασκησούλα. Η φωνή σου. Να μιλάς και να μιλάς και να μιλάς, ατέλειωτα. Κυριακές. Αμέτρητες και απέραντες Κυριακές. Η αλατιέρα πάνω στο άσπρο τραπεζομαντηλο της μάνας μου, το χέρι σου να γυροφέρνει ασυναίσθητα μια κούπα νες καφέ καθώς μιλούσες. Τ’ ανασηκωμένα φρύδια σου, το ζαρωμένο από την έκφρασι μέτωπο, τα βλέφαρά σου ν’ ανοιγοκλείνουν. Το σχήμα αυτό της ύπαρξης. Η μουσική που έχει γύρω της μια ύπαρξι ζωντανή. Εφημερίδες πλάι στο τζάκι. Αγουροξυπνημένα πρωινά στην ανθισμένη μας βεράντα. Το πακέτο τα τσιγάρα σου, το αποτύπωμα του αναπτήρα σου επάνω στην σκόνη στο κρύσταλλο του τραπεζιού, το γνώριμο χέρι σου, το τασάκι. Ν’απλώνω το χέρι μου και να σε ακουμπάω.
Όχι το ρολόι σου στο συρτάρι του κομοδίνου, όχι το πουκάμισό σου φυλαγμένο στην ντουλάπα μου από ανερμάτιστη αδυναμία να σταθώ όρθια μπροστά στο πάντα και στο ποτέ.
Η σιωπή που μένει όταν δεν είναι πια ο άνθρωπος. Όχι αυτή η ειρηνική ησυχία της κατάπαυσης των εσωτερικών θορύβων. Σκληρή και αδιαπραγμάτευτη και συμπαγής σιγή, αδιαπέραστη, του θανάτου. Και απομένει κανείς ν’αναμετρά την ύπαρξί του με τον Χρόνο, κυττάζω την ζωή μου από ψηλά και προσπαθώ να λογικεύσω τον έντρομο εαυτό μου. Αλλά «όλο το κτιστό Είναι, με τη σφραγίδα της φθοράς ήδη απ’ αρχής, παρουσιάζεται χωρίς νόημα, βυθισμένο στον γνόφο του θανάτου».

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Αγάπησε ψυχή μου την ευλογημένη πείνα, την ευλογημένη νύστα, την ευλογημένη δίψα, την ευλογημένη κούρασι, την ευλογημένη βία στον εαυτό σου. Αγάπησε τα πονεμένα χέρια και πόδια και αγάπησε την ευλογημένη εξάντλησι. Τα μάτια που καίνε από την αϋπνία, τα βλέφαρα που βαραίνουν, το σώμα που κρυώνει από την πείνα και την αγρύπνια. Αγάπησε το ευλογημένο "όχι" στα θελήματά σου, κι όλα αυτά τα όχι, οι ακλινείς αρνήσεις σου, υπόμεινε καρτερικά, μέχρι να μεταμορφωθούν σε μια τεράστια και ανεπιφύλαχτη κατάφασι, αυτά τα όχι είναι φτιαριές που ανοίγουν δρόμο στο χιόνι, είναι εκσκαφείς της χερσωθείσας σου καρδιάς, άνοιγε με τα όχι σου ψυχή μου δρόμο, γενναία, σιωπηλά, εδραία, ανυποχώρητα, φώναζε τα όχι σου στα μούτρα των προτεινόμενων ψευτοπαραδείσων που σου κουνάει κάτω απ'τη μύτη ο φονιάς σου. Γίνου αγρίμι, γίνου ξένη, γίνου ο ερημίτης ο γυμνός και ανυπόδητος και αόρατος και ξένος, που κάθεται μέσα στις οπές της γης και γυρίζει σαν το κατσίκι στους βράχους και από την ξενιτεία οι τρόποι του έγιναν τραχείς σαν του θηρίου και τα μάτια του αθώα και καθαρά σαν του παιδιού και το βλέμμα του που χαμηλώνει πάνω στα λιθάρια και τα χόρτα βλέπει την Οικουμένη και αγαπάει την, "ως εαυτόν". Γίνου λιοντάρι που βρυχάται και πάλεψε να σπάσεις τα δεσμά σου, μη συμβιβασθής, μη βαρεθείς να πολεμάς, μη κουρασθής, μη αποκάμης. Διαρρήξωμεν τους δεσμούς αυτών και απορρίψωμεν αφ' ημών τον ζυγόν αυτών.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Δώρα. Ανάκατα... 1


- κόκκινες καμπανούλες πιπεριές στην γλάστρα έξω απ'το παράθυρό μου
- το "ταμείον" μου
- μια γελαστή φωτογραφία πάνω στο γραφείο μου
- οικείες φωνές πίσω από κλειστές πόρτες
- μια συννεφιασμένη μέρα με φως παράξενο, πλάγιο, πράο μέσ' απ'τα άσπρα σύννεφα
- οι κούπες του σπιτιού μου στα χέρια των αδελφών μου στην εκκλησία.
- ο Εσπερινός του χειμώνα, που είναι μυστικός, σταυροαναστάσιμος, που τρέμει επάνω στο μεταίχμιο της μέρας με την νύχτα, κουρνιασμένος στις παρυφές του σκοταδιού με το μικρό, κρυφό, ζεστό του φως να ρέει ήσυχα και γλυκά, να μαρτυράει την Ανάστασι.
- η νύχτα, η ησυχία και μοναξιά της νύχτας, η ανάγνωσι και η προσευχή της νύχτας, που τίποτε δεν την διακόπτει κι ενοχλεί. Το πως ενώνεσαι την νύχτα με τον κόσμο που κοιμάται, εσύ που αγρυπνάς. Μέσα σ' ένα κλειστό δωμάτιο μια ήσυχη νύχτα μπορείς να ίπτασαι πάνω απ'την πόλι μέσα στην απέραντη σιγή, να κυττάς με νοερό όμμα τους ανθρώπους, να πετάς σε πολιτείες ξένες, εκεί που τώρα ξυπνούν, εκεί που ο ήλιος λάμπει, να πετάς γύρω απ' τον κόσμο και να μη ξέρεις πια τι είναι ο χρόνος, η μέρα και η νύχτα. Να προσεύχεσαι του Θεού μέσα στην νύχτα.
- η μυρωδιά του χειμερινού αέρα, καθώς γυρνάω σπίτι το βράδυ, υγρασία, καμένο ξύλο, χώμα και πικροδάφνες και μια μικρή γαζία στη γωνία στο πεζοδρόμιο.
- ένα σημείωμα με ορνιθοσκαλίσματα που περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας
- η μυρωδιά των σιδερωμένων ρούχων
- τα "όχι" του Θεού. Ένα Σου "όχι" το φυλάω με τόση ευγνωμοσύνη στην καρδιά μου όση δε γέννησαν μέσα μου όλα τα συγκαταβατικά Σου "Ναι". Κι όχι πάντα γιατί κατάλαβα την αιτία του, όχι γιατί είδα μέσα του την σκοπιμότητά Σου την προς το συμφέρον μου. Τίποτε απ' αυτά. Αλλά γιατί με φέρνει κοντά Σου πιο πολύ απ' το οτιδήποτε, με βεβαιώνει για την σταθερή Σου παρουσία, ο πόνος της ευθυγραμμίσεως με την άρνησί σου με σμιλεύει, με αλλάζει, με μορφώνει, με οδηγεί σ' αυτό που με έπλασες να είμαι και που προσδοκάς, με την συνέργειά Σου, να το μορφώσω. Τα "όχι" Σου γκρεμίζουν είδωλα και κούφιες φαντασίες, τρυπούν τα ψέματα σα σαπουνόφουσκες. Όταν μου λες "Όχι" δεν φοβάμαι γιατί ξέρω πως είμαι στα χέρια Σου, το καταλαβαίνω τότε εναργέστερα από ποτέ άλλοτε. Σ' ευχαριστώ Κύριέ μου για τα "όχι" σου.