Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013
Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013
Παρασκευή 13 Απριλίου 2012
Σήμερον.
Η στιγμή η αιώνια είναι αυτή η στιγμή που κυνηγάω με τόση προσήλωσι, αυτή η στιγμή που δεν «γεννάει αγάλματα», που δεν γλιστράει σαν νερό από τα χέρια μου, που δεν μ’ αφήνει διαρκώς ετοιμοθάνατη, με ολοένα αυξανόμενη επιτάχυνσι ετοιμοθάνατη, να την ατενίζω από το φευγαλέο και πεισιθάνατο «παρόν» μου να χάνεται στα απώτατα βάθη ενός παρελθόντος, που μετά από λίγο μοιάζει τόσο μακρυνό και ξεθωριασμένο που αναρωτιέμαι αν το φαντάστηκα ή αν το «έζησα» στ’ αλήθεια.
Ποια είναι αυτή η στιγμή που θα ξεφύγει από το σφιχταγκάλιασμα του πικρού και αναπότρεπτου θανάτου;
Εσύ στέκεσαι Εκεί Σήμερον, όπως και Τότε, όπως και Πάντα.
Κι εγώ σ’ ένα «εδώ και τώρα» που μου ξεφεύγει ολοένα και δεν είναι ποτέ δικό μου, μιας και δεν το έχω προσαρτήσει στο δικό Σου Αιώνιο και Άχρονο Παρόν. Και ποια είναι αυτή η γραμμή που θα χωρίσει αυτό που ποτέ δεν υπήρξε απ’ αυτό που πέθανε και χάθηκε; Όλα εν τη γενέσει τους ετοιμοθάνατα και άρα στα μάτια μου ανύπαρκτα. Και όλα τα φθαρτά πράγματα απ’ τα οποία γραπωνόμαστε ξέπνοοι οι άνθρωποι, φρικτά και αποτρόπαια, τυλιγμένα μέσα στον γνόφο του αναπόφευκτου θανάτου. «Πάντα σκιάς ασθενέστερα και ονείρου απατηλότερα» κι αυτό έχει μέσα του μια τέτοια οδύνη που καμμιά λογοτεχνική υστεροβουλία δεν μπορεί να διασκεδάσει.
Αλλ’ εν τω Φωτί Χριστέ του Προσώπου Σου…
Το Αίμα που χύθηκε, η Κένωσι, η άδολη και ανιδιοτελής αγάπη μιάς αθώας και τέλειας καρδιάς, αυτά είναι που γίνονται κυματοθραύστης και θρυμματίζεται επάνω τους ο θάνατος και η φθορά. Η αυτοθυσία κατά μίμησιν του Χριστού , η αυτοεξαφάνισι, ο εκούσιος θάνατος που κατατροπώνει κάθε φόβο του θανάτου, κάνει τις στιγμές αιώνιες.
«Ελέησόν με ο Θεός, ελέησόν με ότι επί Σοι ήλπισα και υπό την σκιάν των πτερύγων Σου ελπιώ έως ου παρέλθη η ανομία.»
Τρίτη 10 Απριλίου 2012
Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012
Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011
Βελονιά και Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Τούλια και κορδέλες και πολύχρωμες χάντρες, ένας κήπος με ψηλά δέντρα και λουλούδια και γρασίδι, στιγμές ασπρόμαυρες να χορεύουν στον φθινοπωρινό αέρα κρεμασμένες από άσπρες κορδέλες, μια νύφη κοριτσάκι που έκανε τον γάμο της παιδικό πάρτυ με μπαλόνια και χωνάκια παγωτό, που χόρευε όπως στο σχολείο πιασμένη κύκλο με τα παρανυφάκια, κι έτρεχε όλη την νύχτα μέσα στον κήπο από τη μία αγκαλιά στην άλλη μπουρδουκλωμένη μέσα στα τούλια και τα πέπλα της που δεν ήθελε να τα βγάλει από πάνω της. Μ’ ένα πλατύ πλατύ χαμόγελο, μέσα στο άσπρο της φουστάνι ξεκίνησε αρματωμένη με υπερβολή χαράς μια ζωή που δεν υποψιάζεται ούτε γνωρίζει.
Μάζεψα ό,τι μπορούσα από την αφελή της χάρι, τόση αθώα παιδικότητα που κατάπιε κι εξαφάνισε την γυναικεία ματαιοδοξία κι αυταρέσκεια, φύλαξα ό,τι μπορούσα από την ανάσα εκείνης της βραδυάς, από την αίσθησί της, έκανα δικό μου ό,τι μπορούσα από την τόση εμπιστοσύνη, την ανεπιφύλακτη και παιδική χαρά της.
Κάνε με έτσι να ‘ρχομαι σε Σένα, με τέτοιο παιδικό ενθουσιασμό, αυτήν την απέραντη χαρά που νοσταλγώ, της εμπιστοσύνης κι επαφέσεως, σαν το παιδί που τρέχει μέσα στον ανίσκιωτό Σου κήπο, μέσα στη αυλή της αενάου Σου παρουσίας, τυλιγμένο τα πέπλα και τα τούλια της δροσερής Σου Χάριτος, και να μη γνωρίζω να φοβάμαι, ούτε να θέλω, ούτε να φεύγω, ούτε να Σου λέω Όχι, ούτε ν’ ανησυχώ, ούτε να μεριμνώ. Γένοιτο.
Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011
Κυριακή 12 Ιουνίου 2011
Τρίτη 1 Μαρτίου 2011
Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011
Δώρα. Ανάκατα... 1

- κόκκινες καμπανούλες πιπεριές στην γλάστρα έξω απ'το παράθυρό μου
- το "ταμείον" μου
- μια γελαστή φωτογραφία πάνω στο γραφείο μου
- οικείες φωνές πίσω από κλειστές πόρτες
- μια συννεφιασμένη μέρα με φως παράξενο, πλάγιο, πράο μέσ' απ'τα άσπρα σύννεφα
- οι κούπες του σπιτιού μου στα χέρια των αδελφών μου στην εκκλησία.
- ο Εσπερινός του χειμώνα, που είναι μυστικός, σταυροαναστάσιμος, που τρέμει επάνω στο μεταίχμιο της μέρας με την νύχτα, κουρνιασμένος στις παρυφές του σκοταδιού με το μικρό, κρυφό, ζεστό του φως να ρέει ήσυχα και γλυκά, να μαρτυράει την Ανάστασι.
- η νύχτα, η ησυχία και μοναξιά της νύχτας, η ανάγνωσι και η προσευχή της νύχτας, που τίποτε δεν την διακόπτει κι ενοχλεί. Το πως ενώνεσαι την νύχτα με τον κόσμο που κοιμάται, εσύ που αγρυπνάς. Μέσα σ' ένα κλειστό δωμάτιο μια ήσυχη νύχτα μπορείς να ίπτασαι πάνω απ'την πόλι μέσα στην απέραντη σιγή, να κυττάς με νοερό όμμα τους ανθρώπους, να πετάς σε πολιτείες ξένες, εκεί που τώρα ξυπνούν, εκεί που ο ήλιος λάμπει, να πετάς γύρω απ' τον κόσμο και να μη ξέρεις πια τι είναι ο χρόνος, η μέρα και η νύχτα. Να προσεύχεσαι του Θεού μέσα στην νύχτα.
- η μυρωδιά του χειμερινού αέρα, καθώς γυρνάω σπίτι το βράδυ, υγρασία, καμένο ξύλο, χώμα και πικροδάφνες και μια μικρή γαζία στη γωνία στο πεζοδρόμιο.
- ένα σημείωμα με ορνιθοσκαλίσματα που περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας
- η μυρωδιά των σιδερωμένων ρούχων
- τα "όχι" του Θεού. Ένα Σου "όχι" το φυλάω με τόση ευγνωμοσύνη στην καρδιά μου όση δε γέννησαν μέσα μου όλα τα συγκαταβατικά Σου "Ναι". Κι όχι πάντα γιατί κατάλαβα την αιτία του, όχι γιατί είδα μέσα του την σκοπιμότητά Σου την προς το συμφέρον μου. Τίποτε απ' αυτά. Αλλά γιατί με φέρνει κοντά Σου πιο πολύ απ' το οτιδήποτε, με βεβαιώνει για την σταθερή Σου παρουσία, ο πόνος της ευθυγραμμίσεως με την άρνησί σου με σμιλεύει, με αλλάζει, με μορφώνει, με οδηγεί σ' αυτό που με έπλασες να είμαι και που προσδοκάς, με την συνέργειά Σου, να το μορφώσω. Τα "όχι" Σου γκρεμίζουν είδωλα και κούφιες φαντασίες, τρυπούν τα ψέματα σα σαπουνόφουσκες. Όταν μου λες "Όχι" δεν φοβάμαι γιατί ξέρω πως είμαι στα χέρια Σου, το καταλαβαίνω τότε εναργέστερα από ποτέ άλλοτε. Σ' ευχαριστώ Κύριέ μου για τα "όχι" σου.
Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010
Καὶ ἔσται ἐν τῷ συννεφεῖν με νεφέλας ἐπὶ τὴν γῆν, ὀφθήσεται τὸ τόξον ἐν τῇ νεφέλῃ

ὃ ἐγὼ δίδωμι ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν
καὶ ἀνὰ μέσον πάσης ψυχῆς ζώσης,
ἥ ἐστι μεθ᾿ ὑμῶν εἰς γενεὰς αἰωνίους·
τὸ τόξον μου τίθημι ἐν τῇ νεφέλῃ,
καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ τῆς γῆς.
καὶ ἔσται ἐν τῷ συννεφεῖν με νεφέλας ἐπὶ τὴν γῆν,
ὀφθήσεται τὸ τόξον ἐν τῇ νεφέλῃ,
καὶ μνησθήσομαι τῆς διαθήκης μου,
ἥ ἐστιν ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν,
καὶ ἀνὰ μέσον πάσης ψυχῆς ζώσης ἐν πάσῃ σαρκί,
καὶ οὐκ ἔσται ἔτι τὸ ὕδωρ εἰς κατακλυσμόν,
ὥστε ἐξαλεῖψαι πᾶσαν σάρκα.
καὶ ἔσται τὸ τόξον μου ἐν τῇ νεφέλῃ,
καὶ ὄψομαι τοῦ μνησθῆναι διαθήκην αἰώνιον
ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ τῆς γῆς
καὶ ἀνὰ μέσον ψυχῆς ζώσης ἐν πᾶσι σαρκί, ἥ ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς.
καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς τῷ Νῶε·
τοῦτο τὸ σημεῖον τῆς διαθήκης, ἧς διεθέμην ἀνὰ μέσον ἐμοῦ
καὶ ἀνὰ μέσον πάσης σαρκός, ἥ ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς.
Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010
Όρθρος
Να περπατάω την Κυριακή το πρωί προτού χαράξει, μέσα στη βαθειά σιγή της αναστάσιμης αυγής, πριν θραύσει το σκοτάδι η πρώτη αχνή ακτίνα, πριν αρχίσουν τα πρωινά τιτιβίσματα των πουλιών, όταν όλα περιμένουν χωρίς ανάσα την ανεπαίσθητη αυτή μετάβασι απ'την νύχτα στη μέρα, να περπατάω, προφυλαγμένα, ταπεινά, μη ραγίσω τη σιωπή, να βαδίζω πάνω στήν υγρή άσφαλτο, με το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" να επιπλέει πάνω από το κεφάλι μου σα νεφέλη, φθάνω μέσα στην Εκκλησία, με τυλίγει αμέσως η μυρωδιά των κεριών, οι γλυκειές φλόγες των καντηλιών που πλέουν μετέωρες μέσα στο σκοτάδι, η προσευχή του εσπερινού και του αποδείπνου της προηγούμενης που έχει στρωθεί σαν πάχνη πάνω στα στασίδια, στα προσκυνητάρια και τους τοίχους. Ιδού σκοτία και πρωί. Μαλακά βήματα και θροίσματα, βαθύσκιωτες μορφές που γλιστρούν αθόρυβα ανάμεσα στις καμάρες και τις άγιες Εικόνες, και μετά το Ευλογητός ο Θεός ημών, ο εξάψαλμος, βραχνός, εξερευνητικός των μυχιετάτων της καρδιάς σπηλαίων, εσωστρεφής και σοβαρός, άβυσσος άβυσσον επικαλείται, τον Άχρονο και Αναφή και Αιώνιο Πλάστη ο άνθρωπος μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, μέσα στο σκοτάδι της καρδιάς, ψάχνει να τον ψηλαφήσει, να σκαρφαλώσει επάνω του, με λαίμαργα χέρια να ψηλαφήσει τον Χαρακτήρα της Μορφής Του, μέσα στο βαθύ σκοτάδι και την ιερή σιγή της βαθειάς καρδιάς.
Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010
Σοφία Σειράχ - Από το Αρχείο: εις υπόμνησιν.
εἰ προσέρχῃ δουλεύειν Κυρίῳ Θεῷ,
ἑτοίμασον τὴν ψυχήν σου εἰς πειρασμόν.
Εὔθυνον τὴν καρδίαν σου
καὶ καρτέρησον
καὶ μὴ σπεύσῃς ἐν καιρῷ ἐπαγωγῆς.
Κολλήθητι Αυτῷ καὶ μὴ ἀποστῇς,
ἵνα αὐξηθῇς ἐπ’ ἐσχάτων σου.
Πᾶν ὅ ἐὰν ἐπαχθῇ σοι δέξαι
καὶ ἐν ἀλλάγμασι ταπεινώσεώς σου μακροθύμησον.
Ὅτι ἐν πυρὶ δοκιμάζεται χρυσὸς
καὶ ἄνθρωποι δεκτοὶ
ἐν καμίνῳ ταπεινώσεως.
β ΄ 1-5
Ἐμβλέψατε εἰς ἀρχαίας γενεὰς καὶ ἴδετε.
Τὶς ἐνεπίστευσε τῷ Κυρίῳ καὶ κατησχύνθη;
ἤ τὶς ἐνέμεινε τῷ φόβῳ Αὐτοῦ καὶ ἐγκατελείφθη;
ἤ τὶς ἐπεκαλέσατο Αὐτὸν καὶ ὑπερεῖδεν Αὐτόν;
διότι οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος
καὶ ἀφίησι ἁμαρτίας
καὶ σώζει ἐν καιρῷ θλίψεως.
β ΄ 10-11
Ανηρτήθη για πρώτη φορά την Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2010
Σάββατο 19 Ιουνίου 2010
σαν Κυριακή
Ήταν σαν Κυριακή στο σπίτι. Έτσι ήταν, το ‘πες κιόλας, δεν μπορώ ποτέ να το λησμονήσω. Το μεσημεριανό τραπέζι μαζεμένο, τα πιάτα να στραγγίζουν, τα παράθυρα μισάνοιχτα, γερμένα, το φως να μπαίνει από παντού κι ο αέρας εκείνος και τα νερά. Ταινία στην τηλεόραση, εφημερίδες, κλωστές και κεντήματα και μια όμορφη σπιτίσια ησυχία, απ’ αυτή που σε τυλίγει και σε αποκοιμίζει σα μωρό. Όλα έχουν γίνει, όλα είναι στην θέσι τους, χαμηλές φωνές, χαμόγελα οικεία, λόγια στρογγυλά και δίχως προσπάθεια, δίχως προεκτάσεις. Κατάπαυσι. Και η αναπόφευκτη βεβαιότητα ότι η μέρα είναι στην δύσι της, γλιστράει και φεύγει.
Θυμάμαι που σε παρατηρούσα στην μακρυνή εκείνη πολυθρόνα, μ’ έκφραση ήσυχη και πραεία, σαν αθώου παιδιού, να λες αυτά τα όλο αγάπη λόγια. Εκείνη η μέρα ήταν λουσμένη στο φως, έλαμπε ήσυχα και γλυκά χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς αναμονές, χωρίς άλλα νοήματα, παρά μόνο ένα, πως υπήρξε. Βαφτίστηκα μέσα της, πατούσα μέσα της σιγανά και ταπεινά, μην την χαλάσω, μην την αλλάξω, μην την βγάλω από την τροχιά της. Απορροφήθηκα στο φως, την τρεμάμενη χαρά μιας ήσυχης μέρας, με λόγια, με βλέμματα απλά, με κουβέρτες και βιβλία στον καναπέ, με ένα κόκκινο φεγγάρι που ανέτειλε μέσα από το βουνό.
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο
" Αγάπη που 'γινες Σώμα κι Αίμα
χωρίς Εσένα όλα είναι ξενιτειές
Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθω..."
Και με τύλιξε σαν ομίχλη και σαν φως από παντού αυτό το " ο εμός έρως εσταύρωται ".
Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009
Ίσκιοι και χαμόγελα παντού
Η γλυκειά ζεστασιά του γέλιου σου, η φωνή σου μπερδεμένη με τις φωνές των παιδιών, τα μαλλιά σου ανακατεμένα στις αγκαλιές τους, η βαθειά σιωπή της αγάπης, η βαθειά και άκρα σιωπή της στιγμής που περνάει, που όμως την ζήσαμε, και θα ξαναπετάξη από πάνω της κάποια Ημέρα η ψυχή μας, ελεύθερη κι ελαφριά, καινούρια, νεογέννητη, θα ατενίση από ψηλά την αίσθησί της, θα την ζυγίση, θα την δει όπως πράγματι είναι, θα την ζήση πάλι.
"Ίσκιοι και χαμόγελα παντού".
Αυτή εδώ η θάλασσα λάμπει, αντιφεγγίζει το ήσυχο και πράο φως της συννεφιάς, είναι μεγάλη, απέραντη, και το βαρύ πλεούμενο που την διαβαίνει δεν την αλλάζει, γλιστράει δειλό επάνω της κι αυτή δεν έχει "παραλλαγή και τροπής αποσκίασμα". Είναι μεγάλη και βαθειά και ήσυχη και ίδια.
Ψυχή μου, ψυχή μου, γίνου μεγάλη και βαθειά και ήσυχη και ίδια.
" Να πετάς ψηλά και να ξέρεις το νόημα της καλοσύνης και της αγάπης.Μη πάψης ποτέ να δουλεύης πάνω στην Αγάπη". -
Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009
Το εραστόν της καρδιάς μου Πρόσωπον
Να γίνης η Αρχή μου. Να άρξης, να βασιλεύσης επί του επαναστατημένου εαυτού μου, «σαν αυτοκράτωρ, σαν Παντοδύναμος». Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά Σου. Δεν θέλω να έχω έναντί Σου κανένα «δικαίωμα». Όλος να γίνω υποχωρητικός και ευσμίλευτος. Να σου παραχωρήσω τα πάντα. Όπως στον μέγιστα ηγαπημένο, στον πέρα από κάθε δικαίωμα και απαίτησι και επιφύλαξι ηγαπημένο. Να γίνης το εραστόν της καρδιάς μου Πρόσωπο. Σε Εσένα να αποβλέπω, να ψάχνω πώς να μη σ’ ενοχλώ, πώς να σου αρέσω και πώς να κάνω ό,τι μου ζητάς κι ό,τι παρατηρώ πως σε ευαρεστεί. Κι όταν μου αποκαλύπτεις την θέλησί σου, να είναι μεγαλύτερη η χαρά μου που βρήκα τρόπο να σ’ ευχαριστήσω, από την δυσχέρεια της απαιτήσεώς σου, από την αντίστασι της στρεβλωμένης μου θελήσεως και του εγωισμού μου. Κάνε μου αισθητή και εύληπτη την υπέρ νουν και αίσθησιν αγάπη σου για μένα και κάνε με, όπως σε άνθρωπο πολυαγαπημένο, να μην διατηρώ απέναντί σου καμμιά άμυνα, καμμιά επιφύλαξι, και να είμαι σαν παιδί μπροστά σου. Αυτό έχει μέσα του ειρήνη, τότε ό,τι μου ζητάς θα είναι ελαφρύ και ποθητό, όταν «οπίσω του έρωτός Σου έλθω εκ του κόσμου τούτου». Όταν Σε αγαπήσω, τότε θα φτιάξουν όλα. Αποκάλυψέ μου τον Εαυτό Σου, σάρωσε όλα τα σκουπίδια που έχω μέσα στην καρδιά μου. Δώσε μου τον τρόπο να καθάρω τον εαυτό μου για Σένα, να γίνω όπως με θες και όπως μου προώρισες να είμαι. Να παρέλθη η σκιά του νόμου, ελθούσης της Χάριτός Σου. Να σ’ ερωτευθώ.
Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009
Γεννάμε αγάλματα

Αντίο να σου πω τώρα που φεύγεις από δω, αν και τόσο λίγο ιδωθήκαμε. Ήρθα με μια χούφτα βρεγμένα γιασεμιά μπροστά σου, μπροστά στο μεγαλείο του "για πάντα", μπροστά στο μεγαλείο ενός πάλλευκου προσώπου που το κυττάζουμε για τελευταία φορά. Μικραίνει ο άνθρωπος μπροστά στο "πάντα", γίνεται μια τόση δα κουκίδα. Κι εγώ, άνθρωπος ξένος και μικρός, ήρθα μπροστά στο τελευταίο σου άγαλμα, το τελευταίο άγαλμα που έφτιαξες με την μορφή σου, "γεννάμε αγάλματα κάθε στιγμή που περνάει". Ήρθα με την παράξενη ομπρέλα μου και με την μαύρη φορεσιά μου και στάθηκα μπροστά σου πλήρης απορίας και θάμβους. Μπερδεύτηκα ανάμεσα στα δακρυσμένα των δικών σου πρόσωπα, και έγινα μια τόση δα κουκίδα που δεν την έβλεπε κανείς, παρά μόνο ένα ζευγάρι αγαπημένα μάτια. Και δάκρυζα ολοένα, χωρίς να καλοξέρω το γιατί. Όχι για σένα, μα για ένα άδειο σπίτι μάλλον, και για όποιον θα έπρεπε να γυρίσει εκεί μέσα.
Άσπρα βρεγμένα γιασεμιά, πλάι στο λευκό σου πρόσωπο, κομμένα από τον φράχτη του σπιτιού των παιδικών μου χρόνων.
Κι η ευωδία απ' τα γιασεμιά, κι η αναστάσιμη ευωδία του ύπνου σου, Φως Άσπρο κι άσπρα γιασεμιά και το λευκό σου πρόσωπο και δυο χέρια λευκά που τρέμαν μέσα στη βροχή και τον αέρα του Νοεμβρίου, μα που ξέρω πως αύριο θα ψηλαφίσουν πάνω στο τελευταίο άγαλμά σου την Ανάστασι, μπερδεύτηκαν και χτίσαν την τελευταία από σένα ανάμνησί μου. Αντίο


