Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Όρθρος



Να περπατάω την Κυριακή το πρωί προτού χαράξει, μέσα στη βαθειά σιγή της αναστάσιμης αυγής, πριν θραύσει το σκοτάδι η πρώτη αχνή ακτίνα, πριν αρχίσουν τα πρωινά τιτιβίσματα των πουλιών, όταν όλα περιμένουν χωρίς ανάσα την ανεπαίσθητη αυτή μετάβασι απ'την νύχτα στη μέρα, να περπατάω, προφυλαγμένα, ταπεινά, μη ραγίσω τη σιωπή, να βαδίζω πάνω στήν υγρή άσφαλτο, με το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" να επιπλέει πάνω από το κεφάλι μου σα νεφέλη, φθάνω μέσα στην Εκκλησία, με τυλίγει αμέσως η μυρωδιά των κεριών, οι γλυκειές φλόγες των καντηλιών που πλέουν μετέωρες μέσα στο σκοτάδι, η προσευχή του εσπερινού και του αποδείπνου της προηγούμενης που έχει στρωθεί σαν πάχνη πάνω στα στασίδια, στα προσκυνητάρια και τους τοίχους. Ιδού σκοτία και πρωί. Μαλακά βήματα και θροίσματα, βαθύσκιωτες μορφές που γλιστρούν αθόρυβα ανάμεσα στις καμάρες και τις άγιες Εικόνες, και μετά το Ευλογητός ο Θεός ημών, ο εξάψαλμος, βραχνός, εξερευνητικός των μυχιετάτων της καρδιάς σπηλαίων, εσωστρεφής και σοβαρός, άβυσσος άβυσσον επικαλείται, τον Άχρονο και Αναφή και Αιώνιο Πλάστη ο άνθρωπος μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, μέσα στο σκοτάδι της καρδιάς, ψάχνει να τον ψηλαφήσει, να σκαρφαλώσει επάνω του, με λαίμαργα χέρια να ψηλαφήσει τον Χαρακτήρα της Μορφής Του, μέσα στο βαθύ σκοτάδι και την ιερή σιγή της βαθειάς καρδιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου