Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Παραλήρημα της Τελευταίας Μέρας

Η ΓΡΟΥΣΟΥΖΙΑ

(Όπου με σήκωσε η κυρία στον πίνακα και τα έκανα θάλασσα)


Η κυρία μας, όταν πηγαίνουμε στο σχολείο αδιάβαστοι στενοχωριέται πολύ, κι άμα δεν ξέρουμε ορθογραφία πιο πολύ, κι άμα δε λύνουμε τα προβλήματα ακόμα πιο πολύ. Εμείς, όταν πάμε αδιάβαστοι και δεν ξέρουμε την ορθογραφία και δεν έχουμε λύσει τα προβλήματα, στενοχωριόμαστε πιο πολύ απ’ την κυρία. Πιο πολύ απ’ όλους όμως στενοχωριέται όποιος σηκωθεί στον πίνακα και η κυρία του λέει τι να γράψει κι άμα μάλιστα τα χάσει, και να ξέρει τι να γράψει, δεν ξέρει πώς να τα γράψει.

Έτσι κι εγώ σήμερα. Δεν έλυσα τα προβλήματά μου στο σπίτι, δεν έφερα το τετράδιό μου και δεν είχα βρει και δικαιολογία γιατί έκανα όλ’ αυτά που δεν έκανα. Η κυρία με σήκωσε προχτές στον πίνακα, κι εμένα, λέω, θα σηκώσει πάλι; Εμένα σήκωσε πάλι! Και πώς κατάλαβε πως είμαι αμελέτητος; Δεν ξέρω. Γι’ αυτό, όλα τα παιδιά λέμε πως είναι πολύ έξυπνη και γι’ αυτό δεν της γλιτώνουμε. Καλύτερα να μην ήταν έξυπνη, για να γλιτώνουμε. Εγώ δε γλίτωσα σήμερα, γιατί μου είπε να πάω στον πίνακα να λύσω το πρόβλημα με τις βρύσες που παραβγαίνουμε ποια θα γεμίσει το βαρέλι πρώτη, αλλά για να το βρω, πρέπει να κάνω κάτι πράξεις κι εγώ δεν τις ξέρω σήμερα και κάνω νοήματα στα παιδιά να μου πούνε, αλλά δε μου λένε και κοροϊδεύουν, όπως κάνω κι εγώ άμα τα σηκώνει εκείνα και γι’ αυτό πέφτουν μπουνιές στο διάλειμμα.


Μετά, λέει, να λύσω αυτό με τα δύο αυτοκίνητα που ξεκίνησαν την ίδια στιγμή, το ένα από την Αθήνα και το άλλο από τις Σέρρες με εξήντα χιλιόμετρα το ένα και με εβδομήντα το άλλο και το ένα πήγαινε και το άλλο ερχόταν και έπρεπε να βρω πού θα συναντηθούν κι ο Μωϋσής που είδε ότι δεν ήξερα, φώναξε: στην Αμαλιάδα και τα παιδιά γελάσανε, αλλά άμα σήκωνε εκείνα δε θα γελούσανε και θα γελούσα εγώ.

Τότε η κυρία για να με δοκιμάσει, μου λέει πως τρία άτομα μοιράστηκαν 1.600 δραχμές και ο βήτα πήρε 145 λιγότερες από τον άλφα, και ο γάμα 36 λιγότερες από τον βήτα και με έβαλε να βρω εγώ πόσες δραχμές πήρε ο καθένας. Αυτό ήταν πολύ εύκολο, γιατί έμοιαζε μ’εκείνο το πρόβλημα που ήταν ένας κύριος που μοίρασε την περιουσία του στα τρία παιδιά του και το έλυσα στο πι και φι. Τα παιδιά δε γελούσαν τώρα που είδαν ότι το έλυσα. Τώρα γελούσα εγώ. Η κυρία ούτε γελούσε ούτε δε γελούσε. Κοίταζε τον πίνακα προσεκτικά και τις πράξεις πού έκανα και μου λέει να κάνω και τη δοκιμή. Και κάνω τη δοκιμή στο πι και φι και βρήκα μάλιστα και παραπάνω: αντί 1.600 δραχμές που μου είπε η κυρία, εγώ βρήκα πως μοιράστηκαν 17. 650 και τότε τα παιδιά άρχισαν πάλι να γελούν κι εγώ δεν καταλάβαινα γιατί.



Η κυρία τότε είπε θα σου δώσω μια ευκαιρία ακόμη και τα παιδιά φοβήθηκαν πως θα τη λύσω και περίμενα να μου τη δώσει για να γελάσω εγώ. Μου είπε πως ένας παντοπώλης αγόρασε αυγά προς 6,80 δραχμές το ζευγάρι και πως στη μεταφορά του έσπασαν 36 και πούλησε τα υπόλοιπα προς 5,20 δραχμές το ένα και δεν είχε κέρδος ούτε ζημιά και μου είπε να βρω εγώ πόσα αυγά είχε αγοράσει κι εγώ βρήκα πως είχε αγοράσει 8 αυγά και η κυρία λέει πώς αγόρασε 8 αυγά αφού του σπάσανε 36; Κι εγώ της λέω δεν ξέρω πώς έγινε αυτό και μήπως δεν του σπάσανε 36 και του σπάσανε λιγότερα;

Κι εκείνη θύμωσε και άρχισε να λέει πως σήμερα μόνο όποιος ξέρει αριθμητική θα πάει μπροστά και καλύτερα να είμαστε καλοί στην αριθμητική παρά στα άλλα μαθήματα κι εγώ που είμαι καλός στα άλλα μαθήματα στενοχωρήθηκα, γιατί δεν θα πάω μπροστά και τότε καλύτερα να μην είμαι καλός σε κανένα μάθημα και είπε θα το πει στον μπαμπά μου γιατί τώρα τελευταία έχω τον νου μου αλλού και δεν ξέρει πού, κι εγώ ξέρω πού τον έχω, τον έχω στη Μαρία, αλλά δε της το λέω και λέει καλύτερα να διαβάζω τα μαθήματά μου και ν’ αφήσω τα μυθιστορήματα και τα παραμύθια κι εγώ της λέω δε φταίνε τα μυθιστορήματα και τα παραμύθια, τα μυθιστορήματα και τα παραμύθια είναι πιο ωραία από την αριθμητική και τη γεωγραφία κι εγώ διάβασα Αι δύο ορφαναί και Η κούφια βελόνα και Ο δεκαπενταετής πλοίαρχος και Ο ματωμένος στίβος και ήταν πολύ ωραία, να τα διαβάσει κι εκείνη που όλο το «Μπουκέτο» διαβάζει.


- Και τότε ποιος φταίει;

- Κυρία, η θεία μου φταίει που είπε τη γρουσουζιά.

- Και γιατί;

- Γιατί το πρωί σηκώθηκε και δεν άκουγε τη μαμά μου να μη λέει πρωί πρωί τέτοια, γιατί είναι γρουσουζιά και θα πάει ανάποδα η μέρα, αλλά εκείνη όλο έλεγε τι είναι ο άνθρωπος και πως ο κύριος Οικονομίδης ήταν μια χαρά μέχρι προχτές κι από χτες δεν είναι. Και έλεγε και ξαναέλεγε ποιος το φανταζόταν; Το μεσημέρι έφαγε καλά, κοιμήθηκε, ξύπνησε, πήρε το βαρύ γλυκύ του, διάβασε την «Πρωία», βγήκε, περπάτησε, κάθησε στο καφενείο, είπε τα χωρατά του, γύρισε σπίτι του με το γέλιο του, με τα ωραία του, έφαγε καλά, πλάγιασε και το πρωί ξύπνησε πεθαμένος…


Και μόλις τα παιδιά άκουσαν πως ξύπνησε πεθαμένος ξεκαρδίστηκαν στα γέλια, κι εγώ νόμιζα πως γελούσαν με μένα και λέω να βάλω τα κλάματα, να τα μαλώσει η κυρία και να πάψω, αλλά ντρεπόμουνα τη Μαρία και δεν έκλαψα κι έμεινα με την κιμωλία στο χέρι και με το άλλο μετρούσα τα δάχτυλά μου να βρω πόσα αυγά είχε αγοράσει ο κύριος, αλλά δεν το έβρισκα, και μόλις η κυρία κοίταξε μια στιγμή έξω, εγώ βρήκα ευκαιρία και τα μούντζωσα, αλλά γύρισε και με είδε και θύμωσε και μου είπε να πάω έξω να σταθώ όρθιος στον τοίχο, κι εγώ, καθώς περνούσα στο διάδρομο, τους ξαναμούντζωσα όλους και την κυρία μαζί, αλλά εκείνες οι σουρλουλούδες, η Λίλα, η Λέλα και η Λούλα που κάθονται στο ίδιο θρανίο, έβαλαν τα σκουξίματα:

- Κυρία, κυρία! Μούντζωσε πάλι!


ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΝΤΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

"Ο ΑΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ"


Ο Θεός βοηθός . -

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου