Κυριακή, 2 Μαΐου 2010



"Έχω διαλέξει τόπο για τον τάφο μου".
"Πού βρίσκεται;"
"Όχι μακριά από δω. Σ' ένα λόφο, κατω από ένα δέντρο που βρίσκεται ψηλά πάνω από μια λίμνη.Πολύ γαλήνιο μέρος. Ωραίο μέρος για στοχασμό".
"Λογαριάζεις να στοχάζεσαι εκεί;"
"Λογαριάζω να είμαι πεθαμένος εκεί".

Γελάει. Γελάω κι εγώ.

"Θα 'ρχεσαι να με βλέπεις;"
"Να σε βλέπω;"
"Να 'ρχεσαι να κουβεντιάζουμε. Κανόνισε να είναι Τρίτη. Πάντα Τρίτη έρχεσαι".
"Είμαστε άνθρωποι της Τρίτης".
"Σωστά. Άνθρωποι της Τρίτης. Θα 'ρχεσαι να κουβεντιάζουμε λοιπόν;"

Είχε εξασθενήσει παρα πολύ μέσα σε λίγο χρόνο.

"Κοίταξέ με", μου λέει.
"Σε κοιτάζω".
"Θα έρχεσαι στον τάφο μου; Να μου λες τα προβλήματά σου;"
"Τα προβλήματά μου;"
"Ναι".
"Και θα μου δίνεις λύσεις;"
"Θα σου δίνω ό,τι μπορώ. Αυτό δεν κάνω πάντα;"

Σχηματίζω στο μυαλό μου την εικόνα του τάφου του, στο λόφο πάνω από τη λίμνη, δυο μέτρα γης όλα κι όλα, όπου θα τον βάλουν, θα τον σκεπάσουν με χώμα κι από πάνω θα βάλουν μια πλάκα. Σε μερικές εβδομάδες ίσως; Σε λίγες μέρες; Βλέπω τον εαυτό μου να κάθεται εκεί μόνος, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, κοιτάζοντας το κενό.

"Δεν θα είναι το ίδιο", του λέω, "αφού δεν θα σ' ακούω να μιλάς".
"Α, να μιλάω..."

Κλείνει τα μάτια και χαμογελάει.

"Να σου πω τι θα κάνουμε. Όταν πεθάνω, θα μιλάς εσύ. Κι εγώ θ' ακούω".



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου