Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Τρεις μέρες μετά.

" Ἀγαποῦσα τὰ γράμματα, τὴν τέχνη˙ μὲ ἔπεισαν πὼς ἄν μὲ ἀπασχολοῦσαν ὁλωσδιόλου θὰ ἦταν ἡ καταστροφή μου. Αὐτὴ τὴν ἀπαγὀρευσι τὴν ἐσυμβόλιζα, τὸν πρῶτο χρόνο τῶν σπουδῶν μου στὸ Παρίσι, μ’ ἕνα πιστόλι γεμάτο, ποὺ ἔβλεπα νὰ μὲ σημαδεύει ἀπ’το μάρμαρο τοῦ τζακιοῦ, κάθε φορὰ ποὺ ξένες σκέψεις μ’ἔκαναν νὰ σηκώσω τὰ μάτια ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν νομικῶν ποὺ μελετοῦσα. Ὅση δουλειὰ ἔκανα γιὰ τὰ γράμματα ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἐξουθενωμένης θέλησης. Τώρα καταλαβαίνω πόσο μοῦ στοίχισε αὐτὴ ἡ πάλη μὲ τὴν θέλησί μου. Μιὰ πάλη ποὺ ἔπρεπε νὰ καταστρέψει τὰ πιὸ ζωντανὰ ἔνστικτά μου. Δὲν ἤξερα τότε πὼς δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ θελήσει ὅ,τι τοῦ καπνίσει νὰ θελήσει. Ἔτσι καταστρώθηκε ἕνα πρόγραμμα ζωῆς καὶ ἐργασίας ἀφηρημένο, παράλογο, ἔξω ἀπὸ κάθε δική μου πραγματικότητα. Νόμιζα πὼς ἦταν ἕνα ἁπλὸ ζήτημα πειθαρχίας, ἐνῶ ἔπρεπε νὰ καταστρέψω ὡς τὴν τελευταῖα κλωστὴ ἀλήθειας ποὺ εἴχα μέσα μου, ἐνῶ ἔπρεπε νὰ ξορκίσω τὴν ψυχή μου.
Τὸ μόνο ποὺ κατάφερα εἶναι νὰ γίνω παράλυτος. Τώρα ξέρω πὼς τίποτε δὲν ἐνδιαφέρει στὸ δρόμο ὅπου μπῆκα μὲ τόσο κόπο˙ ξέρω πώς, πραγματικά, σ’αὐτὸ τὸ δρόμο, ὁποιαδήποτε πράξη, ὅσο ἐπιτυχὴς κι ἄν εἶναι, δὲν ἔχει τίποτε νὰ κάνει μὲ τὸ ἀληθινό μου χρέος.
Νὰ τα ξαναρχίσω ὅλα, δὲν εἶναι πιὰ καιρός. Ἀλλὰ τώρα ποὺ ρωτιέμαι γιὰ ποιὸ λόγο δὲν παραμέρισα τὶς δυσκολίες, ὅποιες κι ἄν ἦταν, γιατὶ δὲν ἄρχισα ὅπως ἔπρεπε ν’ ἀρχίσω, βρίσκω (ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀπουσία ὁποιασδήποτε ἐνθάρρυνσης, τὴ μηδαμινὴ διορατικότητα ἑνὸς νέου καὶ τὶς ὑλικὲς καταστροφές) κυρίως τοῦτο: μιὰν ὑπερβολικὴ ὑπερηφάνεια καὶ μιὰν ἀνυπομονησία νὰ φτάσω στὸ τέλειο, ποὺ μοῦ ὑπονόμευαν κάθε αὐτοπεποίθηση."

Γιῶργος Σεφέρης
Μέρες Α’

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου